Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Πανεπιστημιακό Άσυλο



Αθήνα, 631 πΧ: Ο πρώην Ολυμπιονίκης Κύλων, αφού πάρει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, αποφασίζει να γίνει δικτάτορας στην Αθήνα. Έχει τη βοήθεια του πεθερού του, τυράννου των Μεγάρων. Με την ευκαιρία μίας θρησκευτικής εορτής, κατά την οποία η Αθήνα άδειαζε (προφανώς, οι ηρωικές έξοδοι το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και το Δεκαπενταύγουστο έχουν μακρά παράδοση στη χώρα μας) καταλαμβάνει με στρατό την Ακρόπολη. Οι Αθηναίοι μαθαίνουν τα νέα και επιστρέφουν ευσπευσμένα και πολιορκούν τους στασιαστές. Ο Κύλων και ο αδελφός του διαφεύγουν, αλλά οι υπόλοιποι σύντροφοί τους παραμένουν εγκλωβισμένοι. Με τις προμήθειες ολοένα να λιγοστεύουν, προστρέχουν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς. Ακολουθούν διαπραγματεύσεις, κατά τις οποίες πείθονται να αποχωρήσουν. Καθώς κατεβαίνουν από τον Ιερό Βράχο τους σκοτώνουν (στην κυριολεξία) στο ξύλο. Αυτό θεωρείται μεγάλη ασέβεια προς τη μεγάλη θεά, της οποίας τη βοήθεια είχαν ζητήσει οι πολιορκούμενοι. Οι άρχοντες της Αθήνας καθώς και πολλοί συγγενείς τους εξορίζονται και οι απόγονοί τους κουβαλάνε το κυλώνειο άγος (βρωμιά, κηλίδα) για πολλές γενιές μετά.

Αθήνα, 2009 μΧ: Ο αιώνιος φοιτητής, πρώην τροτσκιστής και νυν ανένταχτος στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Μπάμπης Παπαδόπουλος, νοιώθει την οργή του για το καπιταλιστικό σύστημα να τον πνίγει. Καλύπτει το πρόσωπό του με ένα μαντήλι, παίρνει ένα λοστό και σπάει τα τζάμια τριών αυτοκινήτων και δύο βιτρίνες καταστημάτων. Κυνηγημένος, ζητάει άσυλο στο κτήριο της Νομικής (ή του Πολυτεχνείου, ή της ΑΣΟΕΕ, ή οποιουδήποτε Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος). Σε αντίθεση με τους άτυχους οπαδούς του Κύλωνα, αυτός μπορεί να είναι σίγουρος πως οι αρχές θα τον σεβαστούν. Κανείς από αυτούς που θα μπορούσε να κάνει κάτι (πρυτάνεις, υπουργοί, εισαγγελείς, αστυνομία) δεν θα αναλάβει το ρίσκο να λερώσει το όνομα της οικογενείας του για δεκαετίες, ή - πιο πιθανό - να βρει το αυτοκίνητό του καλοκαιρινό.

Αν ρωτήσετε τους εμπλεκόμενους σε αυτή την ιστορία (αφού πετάξουν το μπαλάκι των ευθυνών σε όλους τους άλλους) θα σας πουν πως, παρά τη γελειότητα της κατάστασης, είναι σημαντικό να προστατευτεί το στάτους των πανεπιστημίων ως χώρων ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Νομίζω, πάνω κάτω, εκεί βρίσκεται και η πλειοψηφία της κοινής γνώμης: «Δεν είναι κατάσταση αυτή με τα παλιόπαιδα που τα σπάνε, αλλά από την άλλη η ελευθερία έκφρασης στα πανεπιστήμια είναι ιερή».

Το ιδεολογικό μέλλον κτίζεται από τρελούς που έχουν το θάρρος να εκφράσουν ιδέες που ακούγονται εντελώς κουκουρούκου στα αυτιά των συγχρόνων τους. Εξ ορισμού τέτοιοι τρελοί δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στα χρόνια τους (σε κανένα δεν αρέσει να του γκρεμίζουν την κοσμοθεωρία του). Ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου, επομένως, αποσκοπεί στο να προστατευτούν αυτοί οι άνθρωποι και οι ρηξικέλευθες απόψεις τους από τη χλεύη και τη μισαλλοδοξία του πλήθους. Το πρόβλημα είναι πως από τις 100 παλαβομάρες που ακούγονται σήμερα οι 95 είναι καταδικασμένες να παραμείνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας της βλακείας και μόνο οι 5 θα προκριθούν στον επόμενο γύρο, για να διεκδικήσουν μια θέση στην κυρίαρχη ιδεολογία του επόμενου αιώνα. Αυτή η διαδικασία, δυστυχώς, κρίνεται εκ του αποτελέσματος και, επομένως, κανείς δεν μπορεί να ξέρει με βεβαιότητα ποιοι θα είναι οι νικητές. Οι επιλογές είναι δύο: είτε τα επιτρέπεις όλα, είτε τα απαγορεύεις όλα. Αν ξεκινήσεις το φιλτράρισμα με κριτήριο το τι σου φαίνεται λογικό καταλήγεις απλώς να αναπαράγεις τα ήδη γνωστά.

Έχω την εντύπωση πως το σημερινό καθεστώς στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν εξασφαλίζει τέτοιο περιβάλλον πλήρους ελευθερίας έκφρασης. Μπορεί να ισχύει το άβατο για την αστυνομία, αλλά η πανεπιστημιακή κοινότητα, κάτω από την πίεση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της ευρυτερής κοινωνίας, αυτολογοκρίνεται σε μεγάλο βαθμό.

Ενδεικτικά αναφέρω τον Καθηγητή Ιστορίας που ισχυρίστηκε πρόσφατα πως ο ελληνικός στρατός έκανε ακρότητες στη Μικρά Ασία το 1920-22 και έπεσαν όλοι οι συνάδελφοί του να τον φάνε. Δεν θυμάμαι καν το όνομά του ανθρώπου και τον μνημονεύω ως καθαρά θεωρητικό παράδειγμα. Θα δεχτώ την πιθανότητα να είναι από ψυχοπαθής αλκοολικός μέχρι πράκτορας των Τούρκων. Αλλά όταν δεν τολμάει κανείς καν να ισχυριστεί πως ένα τάγμα ευζώνων βίαζε τουρκάλες στα χωριά γύρω από το Εσκί Σεχίρ πριν 90 χρόνια μη μου λέτε ότι έχουμε συνθήκες για να έρθει στα πανεπιστήμιά μας ο νέος Γαλιλαίος και να πει το “E pur si muove – και όμως κινείται».

Αν το πανεπιστημιακό άσυλο δεν αποσκοπεί στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ψάξουμε γιατί εξακολουθεί να υφίσταται και να ασκεί τέτοια γοητεία στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Οι πιθανοί λόγοι που θα εξετάσουμε είναι δύο:

Εδώ Πολυτεχνείο. Στην πολιτική τα σύμβολα παίζουν μεγάλο ρόλο και στη χώρα μας λίγα σύμβολα έχουν τη δύναμη των γεγονότων του Πολυτεχνείου της 17ης Νοεμβρίου του 1973. Το ασπρόμαυρο βίντεο με το τανκ να ρίχνει την κεντρική πύλη έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην μεταπολεμική Ελλάδα δημιουργώντας, από τη μία, καχυποψία για το κράτος, τα σώματα ασφαλείας και τις ξένες δυνάμεις και ταυτόχρονα συντηρώντας τη ρομαντική εικόνα μιας ανήσυχης νεολαίας που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να επαναστατήσει ενάντια στην κάθε μορφής καταπίεση. Καλώς ή κακώς έχει περάσει η άποψη ότι κάθε χαλάρωση του ασύλου θα αποτελούσε βεβήλωση της εξέγερσης και των θυμάτων της. Το επιχείρημα ότι η ανάγκη προστασίας της νομιμότητας από τον κάθε τσογλανάκο που γουστάρει να κάνει χαβαλέ καταστρέφοντας τις περιουσίες των άλλων ουδεμία σχέση έχει με τον αντιδικτατορικό αγώνα είναι άσχετο εδώ πέρα. Όσο άσχετο όσο το να πεις σε ένα εθνικόφρονα ότι η σημαία είναι απλά ένα κομμάτι γαλανόλευκο πανί ή σε ένα θρησκευόμενο ότι η Μεγάλη Παρασκευή είναι απλά μια μέρα, όπως οι υπόλοιπες 364. Το μόνο που έχω να παρατηρήσω είναι ότι η μοίρα των συμβόλων, όπως και των θεών, είναι η λήθη: το να ξεχαστούν. Παραμένει, βέβαια, το ερώτημα του πότε και υπό ποιες συνθήκες θα σβηστεί η επέτειος του Πολυτεχνείου από το συλλογικό συνειδητό.

Παιδική Χαρά. Αν το καλοσκεφτούμε, το άσυλο είναι ένα παράδειγμα, όπου το κράτος αποποιείται τις ευθύνες του. Η ελληνική αστυνομία έχει την υποχρέωση να προστατεύει τη σωματική ακεραιότητα και τα υπάρχοντα των πολιτών σε όλη την επικράτεια. Για κάποιο λόγο, στους χώρους μέσα στα πανεπιστήμια ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. Αφήνω παράμερα τα Εξάρχεια, για να αναφέρω ένα άλλο παράδειγμα, όπου μπορεί κανείς να παραβιάσει τους νόμους στην Ελλάδα με σχετική ατιμωρησία: τα γήπεδα και ιδιαίτερα τις εξέδρες των οργανωμένων οπαδών. Αν συγκρίνει κανείς τις καταστροφές και τις βιαιότητες που συντελούνται κάθε Κυριακή με τον αριθμό των περιστατικών που φτάνουν στη δικαιοσύνη και το μέγεθος των ποινών, είναι προφανές ότι και εδώ οι επίσημες αρχές κάνουν τα στραβά μάτια.

Έχω μια θεωρία και για τις δύο περιπτώσεις. Το όλο πρόβλημα στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι το πώς οι από πάνω θα κρατήσουν ήσυχους τους από κάτω. Το πρόβλημα γίνεται πιο οξύ σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως η σημερινή, όταν η πίτα μικραίνει και, επομένως, η δυνατότητα να ξεγελαστούν τα χαμηλά στρώματα με κανά ξεροκόμματο περιορίζεται. Με δεδομένη την αστικοποίηση και την αποχαύνωση της εργατικής και της κατώτερης εμποριοβιοτεχνικής και υπαλληλικής τάξης (δεν είναι τυχαίο ότι η τηλεόραση όλη τη μέρα δείχνει μπούτια και κώλους), ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το σύστημα έρχεται από το περιθώριο. Σε αυτό το περιθώριο, λόγω της ιδιάζουσας θέσης τους (έλλειψη υποχρεώσεων, μεγάλη ελευθερία χρόνου, περιορισμένα οικονομικά μέσα), περιλαμβάνονται και οι φοιτητές, οι οποίοι στη χώρα μας είναι πολυάριθμοι και μεγαλύτεροι σε μέση ηλικία από ό,τι αλλού στον κόσμο. Θεωρώ, λοιπόν, πως το άσυλο στα πανεπιστήμια και στα γήπεδα είναι ένας απλός τρόπος για να βρουν οι βίαιες τάσεις αυτών των αργόσχολων νεανικών ομάδων μια συνεχή, και επομένως λιγότερο επικίνδυνη, διέξοδο. «Αστους να τα σπάνε κάθε τόσο και να ξεθυμαίνουν˙ τουλάχιστον έτσι θα αποφύγουμε κανά μεγάλο μπαμ». Να μου το θυμηθείτε, αν σφίξουν και άλλο τα οικονομικά της χώρας, θα τους νομιμοποιήσουν και τη φούντα.

Θεωρώ δεδομένο πως στο τέλος η Ελλάδα θα ενδώσει στις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα αναγνωρίσει και μη κρατικά πανεπιστήμια. Η Αθήνα τότε θα γεμίσει ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Άραγε θα ισχύει και για αυτά το άσυλο; Λέτε τα εγγόνια μας να γιορτάζουν την επέτειο της εξέγερσης του ΙST ή του Mediterranean College;

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

O Μοροζίνι και η Ακρόπολη (Β' μέρος)


"Σύμφωνα με τον Λοκατέλλι, επιτροπή από προκρίτους επισκέπτεται τον Μοροζίνι και δίνει υπόσχεση υποταγής, βοήθειας, τοπογραφικές και στρατηγικές πληροφορίες. Οι Αθηναίοι συντάσσονται με τους Βενετούς διότι, αν έμεναν ουδέτεροι, όποιος και να κέρδιζε αυτοί θα υφίσταντο τις συνέπειες και οι βόμβες του Μοροζίνι θα κατέστρεφαν την πόλη. Αποφασίζουν λοιπόν να ταχθούν υπέρ των Βενετών ανοιχτά και να μείνουν στην πόλη, φροντίζουν πάντως παράλληλα να κρύψουν ό,τι πολύτιμο έχουν από φόβο και προς τους Τούρκους και προς τους Βενετούς.Οι Βενετοί ξεκινούν με σώμα 150 ανδρών υπό τον συνταγματάρχη Ραουγκράφ φον ντερ Πφαλτς και καταλαμβάνουν την Αθήνα για να προστατεύσουν τους Αθηναίους από τους Τούρκους.Στέλνουν μήνυμα στους Τούρκους ζητώντας την παράδοση του Φρουρίου με αντάλλαγμα την ανενόχλητη αναχώρηση των Τούρκων μαζί με όλα τους τα κινητά αγαθά. Ο Αγάς του Κάστρου Αλής αρνείται. Έχει πυρομαχικά και περιμένει τον Σερασκέρη με ενισχύσεις. Η κύρια δύναμη των στρατευμάτων υπό τον Καίνιξμαρκ –με οδηγούς Αθηναίους– βαδίζει μέσα από τον ελαιώνα της Αττικής και, χωρίς να μπει στην Αθήνα, καταλαμβάνει τα κυριότερα στρατηγικά σημεία από τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η Ακρόπολη, κυρίως τους λόφους και τα υψώματα δυτικά του Κάστρου.Ταυτόχρονα, μηχανικοί της στρατιάς από βόρεια προσπαθούν να ανοίξουν υπόγειες στοές ώστε με εκρηκτικές ύλες να προκαλέσουν την ανατίναξη του Φρουρίου. Οι Τούρκοι τους πυροβολούν συνεχώς και τους αποδεκατίζουν. Οι Βενετοί καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι το σπήλαιο της Αγραύλου, όπου η σκληρότητα της πέτρας του βράχου τους αναγκάζει να σταματήσουν.Το βράδυ 21ης προς 22α Σεπτεμβρίου ο Καίνιξμαρκ, σύμφωνα με περιγραφές, τοποθετεί τα πυροβόλα του· στον λόφο των Μουσών κανονιοστοιχία από δεκαπέντε τηλεβόλα, στην Πνύκα εννέα και στον λόφο του Αρείου Πάγου πέντε τεράστιους όλμους. Οι Τούρκοι πυροβολούν ασταμάτητα κατά των Βενετών προσπαθώντας να τους εμποδίσουν να στήσουν τα πυροβόλα τους. Το πρωί της 23ης Σεπτεμβρίου τα πυροβολεία των Βενετών βρίσκονται στην οριστική τους θέση και αρχίζουν να βάλλουν συστηματικά εναντίον της Ακροπόλεως.Επικεφαλής του πυροβολικού βρίσκεται ο Αντόνιο Μουτόνι, Κόμης Σαν Φελίτσε, τον οποίο οι περισσότερες μαρτυρίες κατηγορούν ως εντελώς ανίκανο. Αρκετά ειρωνικές περιγραφές συνεργατών του μας λένε ότι «συχνά τα βλήματα περνούσανε πάνω από το Φρούριο και πέφτανε από την άλλη μεριά με αποτέλεσμα να φονεύσουν τους πολιορκούντες και όχι τους πολιορκημένους». Μην βλέποντας αποτελέσματα, οι Βενετοί στήνουν νέο πυροβολείο στην ανατολική πλευρά του Φρουρίου, στέλνουν συνεργάτη στον Μουτόνι που ονομάζεται Λέανδρος, επιστατεί δε προσωπικά ο Καίνιξμαρκ. Στις 25 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τον κόμη Λεόν ντε Λαμπόρντ, μια βόμβα πέφτει σε μια μικρή αποθήκη πυρίτιδας στα Προπύλαια, η πυρίτιδα αναφλέγεται και ένα τμήμα τους καταρρέει. Οι Βενετοί συνεχίζουν να πυροβολούν το Κάστρο με αμείωτη ένταση.
Οι πληροφορίες της εποχής σχετικά με το «τυχαίο» της ανατίναξης του Παρθενώνα
συγκρούονται. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η βολή ήταν τυχαία, άλλες όμως ότι ήταν κατευθυνόμενη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γερμανού αξιωματικού Σομπιεβόλσκυ, στις 22 Σεπτεμβρίου, κάποιος που είχε διαφύγει από το Κάστρο πληροφόρησε τους Βενετούς ότι όλα τα πυρομαχικά είχαν μεταφερθεί μέσα στον ονομαζόμενο «Ναό της Αθηνάς» και ότι εκεί είχαν εγκατασταθεί όλοι οι ανώτεροι Τούρκοι πιστεύοντας ότι οι Χριστιανοί ποτέ δεν θα έβλαπταν τον ναό. Μετά την πληροφορία αυτή, οι περισσότεροι όλμοι κατευθύνουν τα πυρά τους προς τον ναό, χωρίς όμως επιτυχία καθώς ο ναός ήταν από μάρμαρο -δηλαδή το κτήριο ήταν καλά προστατευμένο.Τη νύχτα της 26ης προς 27η Σεπτεμβρίου που ήταν πανσέληνος, μια βόμβα –ορισμένοι υποστηρίζουν ότι την έριξε ένας υπολοχαγός από το Λούνεμπουργκ– κατάφερε να διαπεράσει από κάποιο άνοιγμα τη στέγη και να αναφλέξει τη μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας που ήταν αποθηκευμένη στο εσωτερικό του ναού. Η έκρηξη που ακολούθησε άνοιξε τον ναό στα δύο, καταστρέφοντας το τελειότερο κτίσμα της κλασικής τέχνης. Οι Βενετοί, σύμφωνα με τις πηγές, ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Άλλοι φώναζαν «ζήτω η Δημοκρατία», άλλοι «ζήτω ο Καίνιξμαρκ».
Από την έκρηξη ανατράπηκαν σχεδόν στο σύνολό τους οι τρεις από τους τέσσερις τοίχους του σηκού και κατέπεσαν τα τρία πέμπτα από τα ανάγλυφα της ζωφόρου. Από τη στέγη φαίνεται ότι δεν έμεινε απολύτως τίποτε στη θέση του. Κατέπεσαν έξι κίονες της νότιας πλευράς, οκτώ της βόρειας και ό,τι απέμεινε από την ανατολική πρόσταση εκτός από ένα κίονα. Οι κίονες συμπαρέσυραν στην πτώση τους τα τεράστια μάρμαρα των επιστυλίων, τα τρίγλυφα και τις μετόπες. Ολόκληρο το κτίσμα υπέστη φοβερό κλονισμό. Η έκρηξη και η ανατίναξη προκάλεσαν απερίγραπτο πανικό. Τριακόσιοι Τούρκοι φονεύθηκαν από τα μάρμαρα που εκτοξεύονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Η πυρκαγιά μεταδόθηκε στα γύρω σπίτια, καθώς μάλιστα δεν υπήρχε αρκετό νερό η φωτιά απλωνόταν όλο και περισσότερο. Όλη τη νύχτα της 26ης προς 27η Σεπτεμβρίου και όλη την επομένη ημέρα η Ακρόπολη καιγόταν. Παρ’ όλα αυτά, οι Τούρκοι δεν αποφάσιζαν να παραδοθούν ενώ κινδύνευαν να καούν όλοι, επειδή είχαν λάβει την είδηση ότι πλησιάζει ο Σερασκέρης με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Πράγματι, νωρίς το πρωί της 28ης Σεπτεμβρίου φάνηκαν τα στρατεύματα του Σερασκέρη. Ο Καίνιξμαρκ όμως τους περίμενε και εστράφη αμέσως εναντίον τους με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού και του ιππικού του. Ο Σερασκέρης τρομοκρατήθηκε, υποχώρησε χωρίς να ρίξει ούτε μια βολή και οι πολιορκούμενοι Τούρκοι είδαν να σβήνει και η τελευταία τους ελπίδα. Αποφασίζουν να παραδοθούν και υψώνουν λευκή σημαία στον πύργο των Προπυλαίων στις 28 Σεπτεμβρίου. Πέντε προύχοντες Τούρκοι κατεβαίνουν εξουσιοδοτημένοι να διαπραγματευθούν τους όρους της παράδοσης. Δίνεται διαταγή να παύσει το πυρ και οι αντιπρόσωποι οδηγούνται στο στρατόπεδο του Πειραιά. Συγκαλείται πολεμικό συμβούλιο. Ο Μοροζίνι επιμένει στην άνευ όρων παράδοση της Ακροπόλεως και των πολιορκημένων. Οι Τούρκοι πληρεξούσιοι ζητούν ρητή εγγύηση της ζωής τους και διευκόλυνση της αναχώρησής τους. Ο Καίνιξμαρκ τάσσεται υπέρ της άποψης των Τούρκων και στις 29 Σεπτεμβρίου συντάσσεται συνθήκη που αρχίζει με τα λόγια «εξ ευσπλαχνίας». Οι Τούρκοι λαμβάνουν εγγύηση ζωής και ελεύθερης αναχώρησης με δικαίωμα μεταφοράς όσων αποσκευών θα μπορούσαν να μεταφέρουν στους ώμους τους, εξαιρουμένων φυσικά των όπλων και των πυρομαχικών.Οι Τούρκοι παραδίδονται το μεσημέρι της 29ης Σεπτεμβρίου και η βενετική σημαία υψώνεται στην Ακρόπολη μπροστά από τα Προπύλαια. Βρίσκονται σε τραγική κατάσταση. Οι τριακόσιοι νεκροί παραμένουν πάντοτε άταφοι, οι τραυματίες δεν έχουν ούτε γιατρούς ούτε φάρμακα, και οι υπόλοιποι, ζώντας τόσες μέρες στριμωγμένοι ο ένας επάνω στον άλλο ανάμεσα στα ερείπια και στα πτώματα, βρίσκονται σε κατάσταση άθλια. Μερικοί διακινδυνεύουν επαφές με τους ξένους φρουρούς και με τους Έλληνες για να τους πουλήσουν τα πολύτιμα προσωπικά τους είδη που δεν μπορούν να πάρουν μαζί τους.
Στις 4 Οκτωβρίου έχουν βρεθεί και συμφωνηθεί τα πλοία που θα μεταφέρουν τους Τούρκους μακριά από την Αθήνα. Η πορεία με τους ασθενείς και τραυματίες από την Αθήνα στον Πειραιά κράτησε ώρες ενώ στον δρόμο διάφοροι μισθοφόροι τους επετίθεντο για να τους κλέψουν και να βιάσουν τις γυναίκες. Ο Μοροζίνι και ο Καίνιξμαρκ είχαν συμφωνήσει στη συνθήκη να φροντίσουν ώστε οι Τούρκοι να αναχωρήσουν «ανενόχλητοι» και δεν συγχωρούνται για τα ανεπαρκή μέτρα που έλαβαν. Στις αναφορές του προς τη Βενετία ο Μοροζίνι σημειώνει: «υπέστησαν εύλογον επίθεσιν». Μόλις οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την Ακρόπολη, οι Βενετοί ανεβαίνουν και την καταλαμβάνουν. Φρούραρχος διορίζεται ο Κόμης Πομπέι. Πρώτες τους φροντίδες είναι το θάψιμο των πτωμάτων που ήταν άταφα από δέκα περίπου ημέρες και η καταγραφή του εγκαταλειμμένου πολεμικού υλικού. Παράλληλα πρόχειρα συνεργεία προσπαθούν να τακτοποιήσουν τα άφθονα μάρμαρα που έχουν σκορπιστεί παντού από την ανατίναξη και να ανοίξουν διόδους ανάμεσα στα ερείπια των καμένων σπιτιών. Ο Μοροζίνι, συνοδευόμενος από τον Καίνιξμαρκ και περιστοιχισμένος από τους ανώτερους αξιωματικούς, εισέρχεται θριαμβευτικά στην Αθήνα. Στις πύλες της πόλης τον περιμένουν ο επίσκοπος και οι πρόκριτοι Έλληνες που τους υποδέχονται σαν νικητές και κηρύσσουν την πίστη τους προς τη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου. Ο Μοροζίνι επικυρώνει τα κοινοτικά προνόμια των Αθηναίων, επιτρέπει την αυτοδιοίκηση και αναγνωρίζει τα δικαιώματα του αρχιεπισκόπου και του ορθόδοξου κλήρου. Ψάλλεται ευχαριστήριος δοξολογία σε ένα από «τα μεγαλύτερα τζαμιά» που μετατρέπεται σε εκκλησία του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Αργότερα, τα περισσότερα από τα εγκαταλειμμένα τζαμιά μεταβάλλονται σε ορθόδοξες εκκλησίες, ένα από αυτά αφιερώνεται στην καθολική λατρεία και ένα άλλο στη διαμαρτυρόμενη. Μετά τη δοξολογία, ο Μοροζίνι με τη συνοδεία του ανεβαίνει στην Ακρόπολη. Η θέα των ερειπωμένων μνημείων φαίνεται ότι προκάλεσε ειλικρινή λύπη στους κατακτητές. Γράφει η Άκερχελμ: «Πόσο στεναχωρήθηκε η εξοχότητά του -–εννοεί τον Καίνιξμαρκ– που αναγκάσθηκε να καταστρέψει τον ωραίο ναό που για 3.000 χρόνια βρισκόταν χτισμένος εκεί και λέγεται ναός της Αθηνάς! Μάταια όμως! Οι βόμβες έκαναν τη δουλειά τους έτσι που ποτέ πια σ’ αυτόν τον κόσμο ο ναός αυτός δεν θα μπορέσει να ξανακτισθεί!...»Οι νικητές αποφασίζουν να διαχειμάσουν στην Αθήνα. Οι ξένοι μισθοφόροι στρατοπεδεύουν μέσα στην Αθήνα, κατά έθνη. Ο Βενετός μηχανικός Βερνέντα, κατόπιν εντολής του Μοροζίνι, συντάσσει τοπογραφικά σχέδια και αναπαραστάσεις της Αθήνας και της Ακροπόλεως. Μια σειρά από τα σχέδια αυτά καθώς και άλλα με την απεικόνιση του βομβαρδισμού και της εκρήξεως έχουν σωθεί μέχρι σήμερα.
Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την Αθήνα και τους κατοίκους της κατά το διάστημα της συμβίωσης με τόσους ξένους λαούς. Ξέρουμε πάντως από τις πηγές ότι οι Αθηναίοι τους δέχθηκαν καλά και τους περιποιήθηκαν. Το πρόβλημα της διαφορετικής γλώσσας, φυσικά, δυσκόλευε πολύ την επικοινωνία. Ο Γερμανός μισθοφόρος Ούρλιχ Φρήντριχ Χόμπεργκ γράφει: «Η Αθήνα είναι μια πολιτεία μεγάλη και πολυάνθρωπη. Δεν αλλάζω το κρασί της Αττικής με την καλύτερη μπύρα. Εδώ βρήκα σταφύλια πελώρια σαν εκείνα που αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη. Δύο άνδρες δύσκολα μπορούν να σηκώσουν ένα τσαμπί».Η Άκερχελμ γράφει στον αδελφό της: «Η πόλη είναι καλύτερη από όλες τις άλλες. Υπάρχουν πολύ όμορφα σπίτια, τόσο των Ελλήνων όσο και των Τούρκων. Έχουν ρούχα από φίνο ύφασμα, θαυμάσια κεντήματα. Πήγαμε να δούμε έναν καπουτσίνο που κατοικεί στο Λυχνάρι του Δημοσθένους και μας κέρασε κρασί, ψωμί, μήλα, σύκα και ρόδια. Μου είναι αδύνατον να περιγράψω όλες τις αρχαιότητες που βρίσκονται εδώ! Θα ΄θελα να ’ξερα αδελφέ μου τι σκέπτεσαι που βρισκόμαστε σ’ αυτή την πόλη, την Αθήνα, την πηγή του πολιτισμού για όλες τις άλλες ακόμα και για τη Ρώμη!».
Εν τω μεταξύ, οι σχέσεις Βενετών και μισθοφόρων καθημερινά χειροτερεύουν. Ο μεν Μοροζίνι στις εκθέσεις του κατηγορεί τους ξένους μισθοφόρους ότι διαρκώς τον εκβιάζουν με νέες απαιτήσεις πληρωμών που συνεχώς αυξάνουν, οι δε μισθοφόροι σε όλες τις περιγραφές που έχουν διασωθεί κατηγορούν τους Βενετούς για κακοπιστία και φιλαργυρία. Χαρακτηριστικά γράφει ο Χόμπεργκ: «Η Δημοκρατία μάς ξεγελάει και μας συμπεριφέρεται μ’ έναν τρόπο απαίσιο. Τα είκοσι οκτώ δουκάτα που θα είχαν αξία είκοσι τριών τάλιρων γερμανικών μας τα αλλάζουν για δεκαπέντε διότι μας αναγκάζουν να παίρνουμε για τρία και μισό τάλιρα μισό φλορίνι που στη Βενετία το αλλάζουν για δύο τάλιρα». Φαίνεται ότι ο Μοροζίνι τους έδινε υποτιμημένα νομίσματα της Βενετίας υπολογίζοντάς τα ως υγιή, μειώνοντας έτσι τη μισθοδοσία τους. Η διαφορά της θρησκείας μεταξύ των καθολικών Βενετών και των διαμαρτυρομένων Γερμανών, καθώς και η διαφορά της γλώσσας που έκανε δύσκολη την επικοινωνία τους εμπόδιζε ακόμη περισσότερο τη μεταξύ τους επαφή.

Οι διαφωνίες και οι εχθρότητες μεταξύ Βενετών και μισθοφόρων ήταν φυσικό να ξεσπούν σε βάρος των Αθηναίων. Οι μισθοφόροι δεν εκτελούσαν όπως έπρεπε τα χρέη φύλαξης των Αθηναίων από τις επιδρομές των Τούρκων και πολλοί κάτοικοι της Αττικής αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα κτήματά τους και να έρθουν και αυτοί στην Αθήνα. Στην Αθήνα πάλι, λόγω συγκέντρωσης του πληθυσμού της Αττικής και του στρατού, τα τρόφιμα άρχισαν να σπανίζουν, οι μισθοφόροι άρχισαν διαρπαγές και λεηλασίες, επιπλέον δε ξαπλώθηκε λοιμός. Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι συγκεντρώνουν δυνάμεις στη Θήβα.Στις 31 Δεκεμβρίου 1687 ο Μοροζίνι συγκαλεί στον Πειραιά πολεμικό συμβούλιο όπου εκθέτει την κρισιμότητα της κατάστασης. Αποδεικνύει ότι για να οχυρωθεί σωστά η Αθήνα απαιτούνται πολλά έτη εργασίας και περίπου 3.000 εργάτες και αποκλειομένου αυτού προτείνει την εγκατάλειψη των Αθηνών, τον εκπατρισμό των Αθηναίων για να αποφευχθεί η σφαγή τους από τους Τούρκους και τέλος την καταστροφή εκ θεμελίων με εκρηκτικές ύλες της πόλης και της Ακροπόλεως ώστε να μην μπορούν να οχυρωθούν ξανά οι Τούρκοι.Τρεις ημέρες αργότερα συνέρχεται ξανά το πολεμικό συμβούλιο, καθώς νεώτερες εκθέσεις παρουσιάζουν την κατάσταση εξαιρετικά κρίσιμη. Αποφασίζεται οριστικά η μετανάστευση των Αθηναίων, σε άλλες υπό τους Βενετούς περιφέρειες.Ο Μοροζίνι καλεί τους προκρίτους και τους ανακοινώνει τις αποφάσεις του συμβουλίου. Στην αναφορά του προς τη Βενετία την 6.1.1688 γράφει: «Άκουσαν περίλυποι την αναγγελίαν των αποφασισθέντων μέτρων. Προσπάθησα να τους παρηγορήσω, υποσχόμενος ότι θα τους δοθεί κάθε ενίσχυση και κάθε συνδρομή στη νέα τους εγκατάσταση». Οι Αθηναίοι προσφέρουν χρήματα, προτείνουν να σχηματίσουν στρατιωτικά σώματα τα οποία να αναλάβουν την άμυνα εναντίον των Τούρκων και την οικονομική συντήρηση των σωμάτων για έναν χρόνο, αλλά ο Μοροζίνι αρνείται. Στις 12 Φεβρουαρίου, το πολεμικό συμβούλιο παίρνει ομόφωνα την οριστική απόφαση άμεσης εγκατάλειψης των Αθηνών. Εξετάζεται η πρόταση καταστροφής της πόλης. Ευτυχώς ούτε μέσα υπήρχαν ούτε χρόνος. Για να καταστραφούν εκ θεμελίων τα τείχη της Ακροπόλεως και τα μνημεία χρειάζονταν χιλιάδες εργατών και εργασία μεγάλης διάρκειας. Κανείς από τους παρόντες δεν σκέφθηκε άλλο λόγο για την αποφυγή της καταστροφής των μνημείων εκτός από την έλλειψη εργατών, εργαλείων και χρόνου.Αρχίζουν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση.Στις 4 Δεκεμβρίου, η Γερουσία έχει στείλει το εξής ψήφισμα στον Μοροζίνι: «Ελάβαμε το σχεδιάγραμμα της πόλης των Αθηνών και του φρουρίου αυτής το οποίο εξεπόνησε ο Κόμης ντε Σαν Φελίτσε και μετ’ ευχαριστήσεως παρατηρήσαμε τα υπάρχοντα εκεί αρχαία περίφημα μνημεία. Εξουσιοδοτούμεν την Υμετέραν Σύνεσιν να αφαιρέσει και να αποστείλει εις ημάς ενταύθα εκείνο που θα έκρινε πιο σπουδαίο και πιο καλλιτεχνικό δυνάμενο να επαυξήσει την αίγλην της Κυριάρχου, το οποίο θα χρησιμεύσει επίσης ως νέο αιώνιο μνημείο της Ημετέρας Διακεκριμένης Αρετής». Εψήφισαν 162 υπέρ, 2 κατά και 1 απέσχε της ψηφοφορίας.
Ο Μοροζίνι επιλέγει τα καλύτερα διατηρημένα αγάλματα του δυτικού αετώματος και προσπαθεί να τα αποσπάσει. Γράφει στην αναφορά του στις 19 Μαρτίου: «Κατεβλήθη προσπάθεια να αφαιρεθεί το μέγα αέτωμα αλλά κατέπεσεν από το πελώριο εκείνο ύψος και είναι θαύμα πως δεν έπαθε κάτι κάποιος εργάτης. Η αιτία είναι ότι το οικοδόμημα είναι καμωμένο χωρίς κονίαμα και οι διάφοροι λίθοι είναι συνηρμοσμένοι ο ένας με τον άλλο με αξιοθαύμαστη τέχνη. Άλλωστε από την έκρηξη της εν αυτώ πυριτιδαποθήκης το οικοδόμημα υπέστη σοβαρότατον κλονισμόν. Η αδυναμία του να εγκαταστήσουμε ικριώματα, μεταφέροντας από τις γαλέρες τα ψηλά κατάρτια και άλλα αναγκαία μηχανήματα μας αναγκάζει να εγκαταλείψωμεν κάθε περαιτέρω απόπειραν. Διακόπτεται συνεπώς κάθε προσπάθεια περί αφαιρέσεως άλλων ανάγλυφων κοσμημάτων. Άλλωστε ελλείπουν από τα οικοδομήματα τα πλέον αξιοθαύμαστα κομμάτια και όλα τα υπολειφθέντα είναι κατώτερα και παρουσιάζουν ελλείψεις οφειλομένας εις την πολυκαιρίαν. Οπωσδήποτε», συνεχίζει, «αποφάσισα να παραλάβω μία λέαινα ωραιοτάτης τέχνης, αν και της λείπει το κεφάλι, το οποίο όμως μπορεί κάλλιστα να αντικατασταθεί με το μάρμαρο που θα σας στείλω μαζί με τη λέαινα και που είναι καθ’ όλα όμοιο». Συνολικά ο Μοροζίνι πήρε όσα λιοντάρια βρήκε: ένα από την Ακρόπολη, ένα από την περιοχή του Θησείου και βέβαια τον γνωστό Λέοντα του Πειραιά εξαιτίας του οποίου το λιμάνι του Πειραιά είχε ονομασθεί Πόρτο Λεόνε. Οι λέοντες αυτοί μεταφέρθηκαν στη Βενετία και από τότε κοσμούν ως τρόπαια των νικητών τον ναύσταθμο της Δημοκρατίας. Οι αξιωματικοί του Μοροζίνι, Βενετοί και ξένοι, πήραν μαζί τους όσα κομμάτια μεταφέρονταν εύκολα. Τεμάχια από τον Παρθενώνα ή άλλα μνημεία των Αθηνών που βρίσκονται σήμερα σε ιδιωτικές συλλογές και μουσεία της Ευρώπης, χωρίς να ξέρει κανείς πώς, είναι πιθανόν να μεταφέρθηκαν την εποχή αυτή από στρατιώτες της στρατιάς του Μοροζίνι. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι του γραμματέως του Μοροζίνι Σαν Γκάλλο, ο οποίος πήρε μαζί του το κεφάλι του γυναικείου αγάλματος που έπεσε από το δυτικό αέτωμα κατά την αποτυχημένη απόπειρα των Βενετών και κατατεμαχίστηκε. Μετά πολλές περιπέτειες, ο Γερμανός αρχαιολόγος Βέμπερ που είχε μελετήσει τα παρθενώνια γλυπτά από τα εκμαγεία του Έλγιν, το αγόρασε από έναν Βενετό μαρμαρά τη στιγμή που αυτός ετοιμαζότανε να το σπάσει, όπως μας περιγράφει ο Λαμπόρντ, ο οποίος αργότερα το αγόρασε από τον Βέμπερ και το έβγαλε κρυφά από την Ιταλία. Σήμερα η «κεφαλή Λαμπόρντ» βρίσκεται στο Λούβρο. Ένας άλλος Βενετός αξιωματικός πήρε τμήμα της ζωφόρου όπου διακρίνονται δύο ιππείς της πομπής και το κεφάλι ενός αλόγου. Σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο της Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη. Ένας Δανός αξιωματικός ονόματι Χάρτμαντ πήρε δύο κεφαλές από μία από τις νότιες μετόπες. Σήμερα βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο της Κοπεγχάγης. Πάντως η εσπευσμένη αφενός αναχώρηση, οι αρρώστιες και η αδυναμία μεταφοράς πολλών πραγμάτων καθώς και το απροσδιόριστο μέλλον της εκστρατείας ήταν οι λόγοι που δεν έγινε συστηματική λεηλασία. Αλλά ο δρόμος της διαρπαγής είχε ήδη ανοίξει.


Ο Παρθενών πριν καταστραφεί ήταν τέμενος μουσουλμανικής λατρείας. Οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν την απόσπαση και του παραμικρού λίθου από κτήριο θρησκευτικής σημασίας. Μόνον διότι συνετρίβη από τις βόμβες του Μοροζίνι και εγκαταλείφθηκε ως άχρηστο ερείπιο μπόρεσε αργότερα ο Έλγιν να πάρει άδεια να αποσπάσει ορισμένα τεμάχια και, κάνοντας κατάχρηση του φιρμανιού, να προβεί στην τέλεια λεηλασία του ερειπωμένου Παρθενώνα. Τα γεγονότα του 1678 είναι η αρχική αιτία όλων των μετέπειτα καταστροφών και μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι αν δεν συνέβαινε η πολιορκία και ο βομβαρδισμός της στρατιάς του Μοροζίνι ο Παρθενώνας θα έφθανε μέχρι σήμερα σχεδόν ακέραιος. Στα μέσα Μαρτίου του 1688, οι Αθηναίοι με μεγάλη απελπισία και πολλούς θρήνους επιβιβάζονται στα βενετικά πλοία και εγκαταλείπουν την Αθήνα, παίρνοντας μαζί τους όσα κινητά μπορούν να μεταφέρουν. Άλλοι εγκαθίστανται στη Σαλαμίνα, άλλοι στην Αίγινα, άλλοι στην Πελοπόννησο και άλλοι στα Επτάνησα. Στις 4 Απριλίου ολοκληρώνεται η εκκένωση της Αθήνας. Το υλικό του πολέμου φορτώνεται στα πλοία, η στρατιά επιβιβάζεται και δίνεται το σύνθημα του απόπλου. Στις 8 Απριλίου ο Μοροζίνι εγκαταλείπει μια έρημη πόλη. Μετά από καταπληκτικούς θριάμβους τριών χρόνων, για πρώτη φορά εγκαταλείπει ένα κατακτημένο φρούριο.Έχει μόλις πεθάνει ο δόγης Μάρκο Ιουστινιάνι. Στις 8 Ιουλίου στην Αίγινα, ο Μοροζίνι παίρνει την είδηση της εκλογής του στο ανώτατο αξίωμα της Δημοκρατίας. Γίνεται η ενθρόνιση στην Αίγινα και ως δόγης πλέον ξεκινά για τη Χαλκίδα.Τον Σεπτέμβριο του 1688, κατά την πολιορκία της Χαλκίδας πεθαίνει ο Καίνιξμαρκ. Στο τέλος του χρόνου αρρωσταίνει ο Μοροζίνι και αναγκάζεται να επιστρέψει στη Βενετία. Πέντε χρόνια αργότερα, σε ηλικία εβδομήντα πέντε χρόνων, ξεκινάει για τρίτη και τελευταία φορά πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων. Αρρωσταίνει στην Κάρυστο και μεταφέρεται στο Ναύπλιο, όπου πεθαίνει τον Ιανουάριο του 1694. Η σορός του ενταφιάζεται με μεγάλες τιμές στη Βενετία.Από στρατιωτικής πλευράς η εκστρατεία κατά των Αθηνών ήταν ένα ασήμαντο γεγονός, θα μείνει όμως για πάντα στην Ιστορία γιατί προκάλεσε την καταστροφή του μεγαλύτερου αριστουργήματος της κλασικής εποχής. Οι Βενετοί, βέβαια, είδαν τα πράγματα σύμφωνα με τη νοοτροπία της εποχής τους. Προσπάθησαν με φουρνέλα να καταστρέψουν την Ακρόπολη, χάρηκαν ιδιαίτερα όταν ανατινάχθηκε ο Παρθενών και ο στόχος επιτεύχθηκε, ο μόνος λόγος δε που δεν κατέστρεψαν τα μνημεία πριν εγκαταλείψουν την Αθήνα ήταν η έλλειψη χρόνου, εργατών και εργαλείων.Ο Μοροζίνι ήταν ένας ικανότατος στρατηγός. Από την αρχή ήταν εναντίον της εκστρατείας και τα επιχειρήματά του αποδείχθηκαν όλα ορθά. Εφόσον όμως αποφασίστηκε η επίθεση, η Ακρόπολη ήταν γι’ αυτόν ένα οποιοδήποτε κάστρο και ο Παρθενών μια οποιαδήποτε πυριτιδαποθήκη που έπρεπε πάση θυσία να καταληφθεί με τα όπλα. Όπως έγραψε ο Τζέημς Μόρτον Πάτον το 1940, επρόκειτο για μία από τις πρώτες και οπωσδήποτε τις χειρότερες περιπτώσεις όπου η «στρατηγική αναγκαιότητα» έστρεψε σύγχρονα όπλα εναντίον ενός απαράμιλλου έργου τέχνης"


Κορνηλία Χατζηασλάνη
Αρχιτέκτων-Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη του Τομέα Ενημέρωσης και Εκπαίδευσης της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Cheer up, Kevin Keegan!



O Κολοσσός, όπως γνωρίζουν οι φίλοι του μπλογκ, λατρεύει τον αθλητισμό. Έγραφα πριν κανά μήνα για το πόσο μου αρέσει να γυμνάζομαι. Άλλο τόσο μου αρέσει να βλέπω τις προσπάθειες άλλων.

Αφού, λοιπόν, ξεκαθαρίσα εξαρχής τα φίλαθλα διαπιστευτήριά μου, αλλάζω θέμα και περνάω στο ποδόσφαιρο.

Όχι, ο στόχος μου δεν είναι εδώ να κάνω την προβοκατόρικη δήλωση «το ποδόσφαιρο δεν είναι άθλημα». Αν δεν είναι άθλημα, δηλαδή, τι είναι; Και ούτε θα μπω σε αυτές τις ανούσιες συζητήσεις για τον επαγγελματισμό, την εμπορευματοποίηση, το χουλιγκανισμό, τα φάρμακα κλπ. Δόξα τω θεώ, τα τελευταία 20 χρόνια οι σπόνσορες έχουν παρεισφρύσει σε όλα τα σπορ. Και από τότε που πιάστηκε εκείνος ο σκοπευτής στην Ολυμπιάδα ντοπέ (Ιρανός ήταν αν θυμάμαι καλά), κανένα άθλημα δεν δικαιούται δια να διατείνεται ότι είναι καθαρό.

Η σκέψη μου είναι πολύ πιο απλή: Υπάρχουν μια σειρά λόγοι για τους οποίους μου αρέσει να παρακολουθώ τα υπόλοιπα αθλήματα. Χωρίς συγκεκριμένη σειρά αναφέρω, μεταξύ άλλων: θέαμα, θαυμασμός τεχνικής, σεβασμός στην πολύωρη προπόνηση, αγωνία για το τελικό αποτέλεσμα, ψυχική ανάταση. Δέχομαι πως κάποιοι από αυτούς τους λόγους ισχύουν και για το ποδόσφαιρο. Ο στόχος μου στο σημερινό ποστ, όμως, είναι να δείξω πως, πέρα από την αθλητική του διάσταση, το ποδόσφαιρο παίζει ένα συγκεκριμένο ρόλο στην ελληνική κοινωνία. Αυτός ο ρόλος είναι τόσο σημαντικός και τόσο διακριτός που είναι δυνατόν κάποιος να εξακολουθεί να θέλει να ασχολείται με την μπάλα (μία είναι η μπάλα στην Ελλάδα), ακόμα και αν έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για παίκτες, τεχνικές και συστήματα.

Εξηγούμαι:

1. Ομαδοποίηση. Πείτε το δωρικό πνεύμα, πείτε το ανασφάλεια, πείτε το ανάγκη για κοινωνικοποίηση: ακόμα και οι πιο μοναχικοί άνθρωποι, όμως, χρειάζονται πού και πού την (ψευδ)αίσθηση πως ανήκουν σε ένα ευρύτερο σύνολο. Θα περίμενε κανείς πως τα σύνολα αυτά είναι φυσικά και θεμελιακά: οικογένεια, πατρίδα, κοινωνική τάξη, γειτονιά κλπ. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως οι ζωές των ανθρώπων αλλάζουν και αυτές οι αλλαγές έχουν αντίκτυπο και στις ομάδες στις οποίες είναι μέλη. Ίσως ο Κολοσσός και οι φίλοι του να παραείναι φευγάτοι, αλλά αν κοιτάξω τον κύκλο των κολλητών μου τα τελευταία 20 χρόνια βλέπω αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις, γάμους, διαζύγια, αλλαγές σταδιοδρομίας, εθνικότητας, θρησκείας, ιδεολογίας και ό,τι άλλο θέλετε. Χωρίς να θέλω να δώσω κάποια ιδιαίτερη μεταφυσική διάσταση στην ιδιότητα του οπαδού παρατηρώ με ενδιαφέρον ότι μέσα σε αυτό τον κυκεώνα των ανακατατάξεων ο Σάκης παρέμεινε γαύρος, ο Μάκης βάζελος και ο Μπομπ (για να μην ξεχνάμε και τη διεθνή διάσταση του θέματος) Λίβερπουλ.

2. Θέμα για συζήτηση. Η ανάγκη για διάλογο και επικοινωνία είναι εξίσου σημαντική με αυτή της ένταξης σε κάποια ομάδα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όσο μεγαλώνω ανακαλύπτω ότι τόσο λιγότερα έχω να πω με τους περισσότερους ανθρώπους. Τα θέματα που μας απασχολούν σε καθημερινή βάση είναι πολύ μπανάλ (έφαγα δύο ώρες στην εφορία), πολύ βαθιά (αν υπάρχει ένας παντοδύναμος Θεός, γιατί επιτρέπει στο κακό να υφίσταται) ή πολύ προσωπικά (γερνάω, φοβάμαι ότι θα πεθάνω) για να τα μοιραστούμε με τους γύρω μας. Δε λέω, πού και πού σου έρχεται η διάθεση για αμπελοφιλοσοφία ή για να ακούσεις για την τάδε γκόμενα που τρεις βδομάδες πριν το γάμο ανακάλυψε πως ο αρραβωνιαστικός της τήν έπεφτε στην κολλητή της˙ αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκω τις ζωές των άλλων αφόρητα κοινότυπες και βαρετές και είμαι σίγουρος πως το ίδιο πιστεύουν και αυτοί για τη δική μου. Εδώ έρχεται ο από μηχανής θεός του ποδοσφαίρου να δώσει τη λύση, πριν σε πιάσει κατάθλιψη από τη διαπίστωση πως ο Μάκης, με τον οποίο κυνηγούσατε μαζί γκόμενες στο Λύκειο, σου είναι πια ένας ξένος. Ρίχνετε μια ώρα συζήτηση για το αν έπρεπε να φύγει ο Τεν Κάτε ή αν ο Σαριέγκι είναι μεγαλύτερο παλτώ από το Ρουκάβινα και το διαλύετε χαρούμενοι που η φιλία σας άντεξε το τεστ του χρόνου, με αμοιβαίες υποσχέσεις για γρήγορη επανάληψη της συνάντησης.

3. Rite of Passage. Όλες οι κοινωνίες στην ιστορία είχαν συγκεκριμένες τελετές για να σηματοδοτήσουν τη μετάβαση των νεαρών τους μελών στο στάδιο της ενηλικίωσης. Ευτυχώς στην Ευρώπη του 21ου αιώνα ούτε θεσμοθετημένα φεστιβάλ διακόρευσης του παρθενικού υμένος έχουμε πια, ούτε οι εφηβοί μας καλούνται να αποδείξουν την ανδρεία τους παλεύοντας με αρκούδες ή κλέβοντας το τοτέμ της διπλανής φυλής. Σίγουρα υπάρχουν και σήμερα επίσημες διαδικασίες που σηματοδοτούν το τέλος της παιδικής ηλικίας (στρατός, αποφοίτηση από το σχολείο και το πανεπιστήμιο, δίπλωμα οδήγησης), αλλά θεωρώ ότι είναι α. πολύ ξενέρωτες και β. έρχονται πολύ καθυστερημένα. Αν με ρωτήσετε ποια ήταν η πρώτη στιγμή που ένοιωσα μεγάλος, αμέσως έρχεται στο μυαλό μου ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1982 (τότε ποδόσφαιρο είχε μόνο τις Κυριακές) όταν ο πατέρας μου με πήγε στη Λεωφόρο για να δούμε τον Παναθηναϊκό να παίζει με τη Ρόδο. Παιδιά δικά μου δεν έχω και σε κάθε περίπτωση είμαι μεγάλος οπαδός της αρχής πως ο καθένας πρέπει να βρει το δικό του δρόμο και να κάνει τα δικά του λάθη. Η συμβουλή μου επομένως στους φίλους μου μπαμπάδες είναι πως η μόνη υποχρέωση που έχουν είναι, λίγο πριν κλείσουν οι γιοι τους τα δέκα, να τους πάρουν μαζί τους στο γήπεδο. Όλα τα άλλα πράγματα στη ζωή θα τα ανακαλύψουν, αργά ή γρήγορα, μόνοι τους ή με τους φίλους και τις φίλες τους.

4. Χαβαλές/Συνθήματα. Το χιούμορ είναι φαινόμενο κατ’εξοχήν τοπικό. Πολύ λίγα αστεία είναι πραγματικά διαχρονικά ή διεθνή. Όσο πιο κλειστός ένας κύκλος, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα των μελών του για συνεχή πλάκα και τίποτε δεν αποδεικνύει ότι ανήκετε σε μία συγκεκριμένη ομάδα περισσότερο από τη δυνατότητά σας να γελάτε με (ή ακόμα καλύτερα να παράγετε) τα αστεία της. Δεν είναι τυχαίο το ότι ενώ η αρχαία τραγωδία ακόμα προκαλεί συγκίνηση (και οι πιο κάφροι από μας καταλαβαίνουν το δράμα μιας γυναίκας που θέλει να θάψει το νεκρό αδελφό της) οι κωμωδίες του Αριστοφάνη έχουν πλέον αποκλειστικά πραγματολογικό-φιλολογικό ενδιαφέρον - καλώ οποιοδήποτε ψώνιο-αναγνώστη να ισχυριστεί πως έσκασε στα γέλια με τους Όρνιθες ή τις Νεφέλες. Εδώ ακριβώς έγκειται η ομορφιά του γηπεδικού χαβαλέ. Σε αντίθεση με το στοχευμένο και ψαγμένο χαρακτήρα που έχει συνήθως το χιούμορ, τα συνθήματα και η καζούρα στο ποδόσφαιρο απευθύνονται στο ευρύτατο δυνατό κοινό: από τον μεγαλοπαράγοντα στα επίσημα, μέχρι τον τζαμπατζή χουλιγκάνο στις φτηνές θέσεις. Βέβαια, όπως θα περίμενε κανείς από γελοιογραφικό υλικό που φτιάχνεται για το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο, το επίπεδο είναι συνήθως χαμηλό. Τα περισσότερα γηπεδικά συνθήματα είναι σαχλαμάρες για υπερμεγέθη πέη που τιμωρούν απηνώς τις μητέρες των αντιπάλων παικτών και φιλάθλων. Τις φορές που η συνταγή πετυχαίνει, πάντως, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καταπληκτικά.

Αγαπημένο μου «καθαρό» παράδειγμα ποδοσφαιρικού αστείου ήταν όταν ο τερματοφύλακας Peter Shilton κατέβηκε να παίξει, λίγες μέρες αφού οι εφημερίδες αποκάλυψαν ότι κεράτωνε τη γυναίκα του. Με το που μπήκε στο γήπεδο οι αντίπαλοι οπαδοί άρχισαν να τραγουδούν: «Peter Shilton, Peter Shilton, does your missus know you’re here?” – το ξέρει η κυρία σου ότι είσαι εδώ;

Με έκπληξη συνειδητοποίησα γράφοντας τα παραπάνω ότι έχω ξεχάσει το ακριβές σκορ του πρώτου αγώνα που παρακολούθησα. Σίγουρα νικήσαμε και κάτι πάει να μου πει το 2-0 ή το 3-0. Θυμάμαι καθαρά πόσο μικρό μου είχε φανεί το γήπεδο μόλις βγήκαμε από το σκοτάδι της σκάλας στις κερκίδες (είπαμε στη Λεωφόρο πήγα, όχι στο Ουέμπλευ). Θυμάμαι, επίσης, την περηφάνια που ένοιωσα όταν στο σπίτι άρχισα να τραγουδάω τα συνθήματα με τα νέα βρωμόλογα που έμαθα και η μάνα μου άρχισε να μαλώνει τον πατέρα μου, για τη «διαπαιδαγώγηση που έδινε στο γιο του». Η ύψιστη ικανοποίηση ήρθε, βέβαια, την επόμενη μέρα όταν πρώτα στο σχολικό και μετά στην αυλή, πριν το μάθημα, δήλωσα με το πιο κουλ και κάζουαλ δυνατό ύφος στους έκθαμβους συμμαθητές μου πως «χτες πήγα στο γήπεδο.» Προς Θεού, δεν ισχυρίζομαι πως πρέπει να είναι κανείς ποδοσφαιρόφιλος για να είναι πραγματικός άντρας ή Έλληνας. Αλλά, όσο περνούν τα χρόνια σκέφτομαι πως, αν αξίζει να ζεις σε αυτή τη χώρα είναι, εκτός από τον καιρό και τη θάλασσα, και γιατί σου δίνεται η ευκαιρία να βιώσεις την πιο σουρρεάλ πραγματικότητα στο δυτικό κόσμο. Με το να μην ασχολείται κανείς με το ποδόσφαιρο απλώς στερεί από τον εαυτό του ένα από τα γραφικότερα και πιο χαρακτηριστικά κομμάτια όλης αυτής της κατάστασης-τρελοκομείο. Όπως έλεγε και ο Βίκτωρας: «Το Αιγάλεω και ο Ολυμπιακός να κερδάνε και όλοι οι άλλοι να πάνε να πηδηχτούν».



Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

O Mοροζίνι και η Ακρόπολη


Φραγκίσκος Μοροζίνι


Δύο απόψεις του βομβαρδισμού και
κάτοψη του Κάστρου της Ακροπόλεως

"Επρόκειτο για μία από τις πρώτες και οπωσδήποτε τις χειρότερες περιπτώσεις όπου η «στρατηγική αναγκαιότητα» έστρεψε σύγχρονα όπλα εναντίον ενός απαράμιλλου έργου τέχνης".
Στρατηγός Τζέημς Πάτον, 1940


"Συνολικά ο Μοροζίνι πήρε όσα λιοντάρια βρήκε: ένα από την Ακρόπολη, ένα από την περιοχή του Θησείου και βέβαια τον γνωστό Λέοντα του Πειραιά εξαιτίας του οποίου το λιμάνι του Πειραιά είχε ονομασθεί Πόρτο Λεόνε. Οι λέοντες αυτοί μεταφέρθηκαν στη Βενετία και από τότε κοσμούν ως τρόπαια των νικητών τον ναύσταθμο της Δημοκρατίας"...

Έψαχνα να βρω πληροφορίες για την καταστροφή του Παρθενώνα,κατά την πολιορκία των Τούρκων από τους Βενετούς το 1678. Πληρέστατο είναι το άρθρο της Κορνηλίας Χατζηασλάνη (Αρχιτέκτων-Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη του Τομέα Ενημέρωσης και Εκπαίδευσης της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης) εκτενή αποσπάσματα του οποίου παρατίθενται πιο κάτω( θα ακολουθήσει και β μέρος).

Δύο σημεία κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Πρώτον το πλιάτσικο που ακολούθησε τον βομβαρδισμό του μνημείου. Τα μουσεία της Κοπεγχάγης, της Βιέννης, το Μουσείο του Λούβρου και η Βενετία είναι γεμάτα από τα αγάλματα, τις μετόπες κλπ που απέσπασαν οι πλιατσικολόγοι Βενετοί. Και δεν μπορεί να μη σημειωθεί η περιφρόνηση που προκαλούν φράσεις ελλήνων τουριστών, που συχνά ακούγονται στις μέρες μας: "Πήγα, στη Βενετία χρυσή μου! Α! O Λέοντας της Βενετίας, υπέροχος! Παιδί μου, έχουν πολιτισμό οι άνθρωποι..!" (σημ. Πρωτεσίλαου: Άντε κάνε κανά παστίτσιο κυρά μου). Δεύτερο σημείο που αξίζει να σημειωθεί είναι η επισήμανση της κας Χατζηασλάνη, πως η καταστροφή που προκάλεσαν οι Βενετοί, άνοιξε το δρόμο για τον λωποδύτη "λόρδο" Έλγιν. Διότι όπως σημειώνει-θα δημοσιευθεί στο β' μέρος της ανάρτησης- χαρακτηριστικά: "Ο Παρθενών πριν καταστραφεί ήταν τέμενος μουσουλμανικής λατρείας. Οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν την απόσπαση και του παραμικρού λίθου από κτήριο θρησκευτικής σημασίας. Μόνον διότι συνετρίβη από τις βόμβες του Μοροζίνι και εγκαταλείφθηκε ως άχρηστο ερείπιο μπόρεσε αργότερα ο Έλγιν να πάρει άδεια να αποσπάσει ορισμένα τεμάχια και, κάνοντας κατάχρηση του φιρμανιού, να προβεί στην τέλεια λεηλασία του ερειπωμένου Παρθενώνα. Τα γεγονότα του 1678 είναι η αρχική αιτία όλων των μετέπειτα καταστροφών και μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι αν δεν συνέβαινε η πολιορκία και ο βομβαρδισμός της στρατιάς του Μοροζίνι ο Παρθενώνας θα έφθανε μέχρι σήμερα σχεδόν ακέραιος". Ακολουθεί το πρώτο μέρος των εκτενών αποσπασμάτων του άρθρου:




"Μετά την κατάληψη της Κρήτης το 1669, οι τουρκικές βλέψεις στρέφονται προς βορράν. Οι Τούρκοι, αφού καταλαμβάνουν πολλές πόλεις της Πολωνίας και της Ρωσίας, το 1683 πολιορκούν τη Βιέννη. Όμως ο στρατός τους υπό τον Μεγάλο Βεζίρη Καρά Μουσταφά ηττάται στις 12 Σεπτεμβρίου από τον πολωνικό στρατό υπό την αρχηγία του βασιλιά της Πολωνίας Ιωάννου Σομπιέσκυ και του δούκα Καρόλου της Λωρραίνης, ενώ έγινε αισθητή από όλους η ανάγκη της ολοσχερούς εκδιώξεως των Τούρκων από την Ευρώπη.
Ιδρύεται υπό την παπική ευλογία «Ιερά Συμμαχία» της Αυστρίας, της Πολωνίας και της Βενετίας με σκοπό να κατακτηθούν τα ευρωπαϊκά τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αρχίζει ένας πόλεμος των Χριστιανών εναντίον των Μουσουλμάνων. Καταρτίζεται μισθοφορικό σώμα από πολεμιστές πολλών εθνικοτήτων. Αρχηγός ορίζεται ο Φραγκίσκος Μοροζίνι (1619-1694).
Ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, το όνομα του οποίου σύμφωνα με πολλούς ερευνητές προέρχεται από το ελληνικό Μαυρογένης, καταγόταν από πολύ γνωστή οικογένεια της Βενετίας. Πρόγονοί του υπήρξαν δόγηδες, ναύαρχοι, αρχιστράτηγοι, Λατίνοι πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως. Νεότατος διακρίνεται για την ανδρεία του και τις στρατιωτικές του αρετές στις μάχες κατά των πειρατών του Αιγαίου και κατά των Τούρκων στον Τουρκοβενετικό πόλεμο.
Το 1654, σε ηλικία μόνον τριάντα έξι ετών, μετά τους διαδοχικούς θανάτους των ναυάρχων Μοτσενίγο και Φοσκαρίνι, ορίζεται αρχιστράτηγος και αρχιναύαρχος της Βενετίας, υπερασπιστής της Κρήτης, αρχηγός του πολέμου κατά των Τούρκων. Ο Τουρκοβενετικός πόλεμος κράτησε μέχρι το 1669. Στις 27 Σεπτεμβρίου, ο Μοροζίνι, μετά από σκληρότατους αγώνες, υπογράφει τη συνθήκη παραδόσεως του Χάνδακος και επιστρέφει στη Βενετία ηττημένος αλλά ήρωας. Κατηγορείται για προδοσία και εισάγεται σε δίκη. Κηρύσσεται αθώος κατά πλειοψηφία. Απογοητευμένος, αποσύρεται οικειοθελώς από τον δημόσιο βίο και ζει σε πλήρη αφάνεια.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1684, με απόφαση της Γερουσίας και του Συμβουλίου των Έξι, ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, ηλικίας εξήντα έξι ετών, διορίζεται γενικός αρχηγός όλων των κατά ξηράν και θάλασσα δυνάμεων της Δημοκρατίας, αρχιστράτηγος όλων των πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας.
Στις 10 Ιουνίου του 1684 γίνεται δοξολογία στον Άγιο Μάρκο με την παρουσία του δόγη Ιουστινιάνι και ο Μοροζίνι ξεκινάει με όλο τον στόλο της Δημοκρατίας. Το πρώτο έτος του πολέμου οι Βενετοί καταλαμβάνουν την Πρέβεζα και τη Λευκάδα. Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι κάνουν μεγάλες πολεμικές προετοιμασίες. Βλέποντας αυτό, οι Βενετοί στέλνουν προκηρύξεις σε όλη την ιταλική χερσόνησο καθώς και στις γερμανικές χώρες για τη συγκέντρωση εθελοντών μισθοφόρων. Όπως γράφει ο Δημήτρης Καμπούρογλου, «οι Βενετοί είχαν εφεύρει το μυστικόν με το οποίο κατακτάται ο κόσμος. Δεν εσκοτίζοντο και πολύ να έχουν ιδικούς των στρατούς και στρατηγούς· τους ενοικίαζαν». Οι Βενετοί αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τους πληρώνουν, να προμηθεύουν όλο το υλικό πολέμου και να φροντίζουν για την επάρκεια της διατροφής τους. Τα μισθοφορικά στρατεύματα τίθενται υπό τη διοίκηση του κόμητος Όθωνος Γουλιέλμου Φον Καίνιξμαρκ (1639-1688).
Στις αρχές του 1685, η πολύμορφη και πολύγλωσση στρατιά συγκεντρώνεται στη νησίδα Λίντο της Βενετίας και ξεκινάει για την Ελλάδα.Με αιφνιδιαστικές επιθέσεις και μεθοδικές πολιορκίες, το ένα με το άλλο τα λιμάνια και τα φρούρια της Πελοποννήσου –Πύλος, Ναυαρίνο, Μεθώνη, Κορώνη, Άργος, Ναύπλιο, Πάτρα, Ρίο, Μυστράς, Κόρινθος– πέφτουν στα χέρια των Βενετών. Έτσι, οι Βενετοί βρίσκονται κυρίαρχοι όλης της Πελοποννήσου πλην της Μονεμβασίας, μιας χώρας δηλαδή δεκαπλάσιας εκτάσεως της δικής τους, ευφορότατης, με λιμάνια που εξασφαλίζουν την ανά το Αιγαίο κυριαρχία του Βενετικού εμπορίου.Συνιστάται το Βασίλειο του Μωρέως που υπήρξε μέχρι το 1714. Ο Μοροζίνι παίρνει τον τίτλο του ιππότη του Αγίου Μάρκου και του απονέμεται η τιμητική επωνυμία «Πελοποννησιακός». Η ορειχάλκινη προτομή του στήνεται στη μεγάλη αίθουσα του Λογικού παλατιού. Ο μισθός του Καίνιξμαρκ αυξάνεται σε 24.000 δουκάτα τον χρόνο.Τον Αύγουστο του 1687, τα στρατεύματα βρίσκονται συγκεντρωμένα στην Κόρινθο. Ο Μοροζίνι συνοδευόμενος από τον Καίνιξμαρκ εξετάζει τη δυνατότητα κοπής του Ισθμού, οι μηχανικοί του μάλιστα εκπονούν σχέδιο, όταν όμως συνειδητοποιούν πόσους εργάτες και πόσο χρόνο απαιτεί το έργο εγκαταλείπουν την ιδέα. Καλείται πολεμικό συμβούλιο για να αποφασίσουν αν τα στρατεύματα, μετά από καλή οχύρωση του Ισθμού, θα διαχειμάσουν στην Πελοπόννησο ή αν το υπόλοιπο του καλοκαιριού θα διεξάγουν νέες πολεμικές επιχειρήσεις και προς ποια κατεύθυνση.Η Κρήτη αποκλείεται επειδή είναι μακριά από την Πελοπόννησο, η Εύβοια θεωρείται επίσης σχετικά μακριά και το φρούριο της Χαλκίδας ως ένα από τα οχυρότερα, ενώ παράλληλα οι Τούρκοι συγκεντρώνουν δυνάμεις στη Στερεά Ελλάδα. Οι σκέψεις τους στρέφονται προς την Αθήνα.Οι πηγές της εποχής που περιγράφουν την εκστρατεία στην Αθήνα και την ανατίναξη του Παρθενώνα είναι πολύ λίγες και αντιφατικές μεταξύ τους. Η αλληλογραφία του Μοροζίνι, επίσημα πρακτικά και επίσημες ανακοινώσεις της βενετικής Δημοκρατίας που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες, μαρτυρίες ανθρώπων πολλών εθνικοτήτων γραμμένες σε διαφορετικές γλώσσες, μαρτυρίες ανθρώπων που ήταν παρόντες στην εκστρατεία και άλλων που συγκέντρωσαν το υλικό τους στη Βενετία, χωρίς ποτέ να πάνε στην Αθήνα, δημιουργούν πολλές φορές ασάφειες και δυσκολίες στην έρευνα των γεγονότων.Τέλη Αυγούστου, φτάνει στο βενετικό στρατόπεδο ένας καπουτσίνος παπάς εξουσιοδοτημένος να διαπραγματευθεί το ποσό που οι Αθηναίοι θα πληρώνουν κάθε χρόνο για να μην γίνει η εκστρατεία. Οι Βενετοί ζητούν 40.000 ρεάλια τον χρόνο. Αρχές Σεπτεμβρίου νέα αντιπροσωπεία των Αθηναίων με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Ιάκωβο έρχεται να διαπραγματευθεί το ποσό. Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις συμφωνούν και ο Μοροζίνι τους υπόσχεται ότι δεν θα ενοχληθούν.Στις 14 Σεπτεμβρίου γίνεται νέο πολεμικό συμβούλιο όπου οι αρχηγοί των στρατευμάτων επιμένουν να γίνει η εκστρατεία στην Αθήνα. Ο Μοροζίνι προβάλλει αντιρρήσεις με επιχειρήματα που αποδεικνύουν τις στρατηγικές του ικανότητες, καθώς όλα όσα είπε επαληθεύθηκαν. Πρώτον, ο χειμώνας πλησιάζει και η κατάληψη του φρουρίου είναι δύσκολη σε μικρό χρονικό διάστημα. Δεύτερον, εφόσον καταληφθεί το φρούριο, τα στρατιωτικά οφέλη της άλωσης είναι αμφίβολα καθώς οι Τούρκοι μπορούν να εισβάλουν στην Πελοπόννησο από τα Μέγαρα και ο επισιτισμός της στρατιάς στην Αθήνα μπορεί να γίνει μόνο από τη θάλασσα που είναι σε απόσταση. Τέλος, εάν αργότερα τουρκικά στρατεύματα επιτεθούν στην Αθήνα, οι Βενετοί θα πρέπει να την εγκαταλείψουν και φυσικά να καταστρέψουν πόλη και φρούριο. Επιπλέον δε, οι Αθηναίοι θα μείνουν στην εκδικητική μανία των Τούρκων, ενώ διαφορετικά θα πλήρωναν τον φόρο. Δυστυχώς όμως, οι υπόλοιποι αρχηγοί δεν πείθονται.Τότε ακριβώς φθάνει τρίτη αντιπροσωπεία προκρίτων Αθηναίων, η οποία ζητά πλέον την εκστρατεία των Βενετών υποσχόμενη τη συνδρομή τους. Διαβεβαιώνουν τους Βενετούς ότι οι Τούρκοι έχουν τρομοκρατηθεί, ότι το φρούριο της Ακροπόλεως βρίσκεται σε κακή κατάσταση και ότι η άλωση είναι ζήτημα ημερών. Οι σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Αθηναίων την εποχή αυτή είναι πολύ κακές και οι φήμες για την εκστρατεία των Βενετών στην Αθήνα έχουν κάνει τους Τούρκους πιο επιθετικούς. Οι Αθηναίοι πίστεψαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να αποτινάξουν τον ζυγό. Με τα νέα δεδομένα, το πολεμικό συμβούλιο αποφασίζει την εκστρατεία εναντίον των Αθηνών.
Οι Τούρκοι της Αθήνας, καθώς γνωρίζουν ότι ο οχυρωμένος βράχος της Ακροπόλεως αποτελεί το πρώτο και σημαντικότερο εμπόδιο για την κατάκτηση της Στερεάς Ελλάδας και επειδή βεβαίως οι κινήσεις των Αθηναίων δεν τους έχουν καθόλου διαφύγει, κάνουν τις ανάλογες προετοιμασίες.Προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το φοβερό πυροβολικό των Βενετών, το οποίο ήταν εξαιρετικά ισχυρό και είχε επιφέρει καταστροφές και ερημώσεις στα φρούρια της Πελοποννήσου. Λόγω των μικρών αποστάσεων των βολών –οι αποστάσεις βολής, ανάλογα με τα είδη των πυροβόλων, κυμαίνονταν μεταξύ 100 και 700 μ.– ο κίνδυνος του κανονιοβολισμού για την Ακρόπολη ήταν προφανής από τη δυτική πλευρά, δηλαδή από τον λόφο των Μουσών και από την Πνύκα, τοποθεσίες στις οποίες οι Βενετοί μπορούσαν να εγκαταστήσουν τα πυροβόλα τους.Οι Τούρκοι λοιπόν σπεύδουν να εκτελέσουν νέα οχυρωματικά έργα για να ενισχύσουν τη δυτική πλευρά της Ακροπόλεως, όπου βρίσκεται και η μόνη ευάλωτη είσοδος. Επισκευάζουν τα τείχη, χτίζουν έναν πύργο δυτικά του ναού της Αθηνάς Νίκης και ενισχύουν τον προμαχώνα μεταξύ του ναού και του Μνημείου του Αγρίππα για να τοποθετήσουν μια δεύτερη συστοιχία από κανόνια. Επειδή χρειάζονται πρόχειρο οικοδομικό υλικό, κατεδαφίζουν τον ναό της Αθηνάς Νίκης και χρησιμοποιούν τα αρχιτεκτονικά του μέλη μαζί με πέτρες και χώματα για το χτίσιμο του προμαχώνα. Στις ανασκαφές που έγιναν μετά την Απελευθέρωση αποκαλύφθηκαν στο σύνολό τους τα μέλη του ναού και επέτρεψαν την αναστήλωσή του το 1838. Φυσικά, στα μέλη του δεν υπάρχουν χτυπήματα από βλήματα. Η εκστρατεία κατά των Αθηνών ξεκινάει στις 19 Σεπτεμβρίου.

Ο Μοροζίνι, για να εξαπατήσει τους Τούρκους και να τους καταλάβει απροετοίμαστους, στέλνει τμήμα του βενετικού στόλου υπό τον ναύαρχο Βενιέρ προς την Εύβοια. Οι Τούρκοι πράγματι καθησυχάζουν ότι προς το παρόν ο κίνδυνος αποσοβήθηκε. Την ίδια μέρα ο υπόλοιπος στόλος μεταφέρει ολόκληρο τον βενετικό στρατό –σύμφωνα με τον γραμματέα του Μοροζίνι Λοκατέλλι 9.880 άτομα και 871 άλογα, πυροβόλα, βόμβες, πολεμοφόδια και άφθονο υλικό πολιορκίας– στον Πειραιά.Η Άκερχελμ στο ημερολόγιό της αναφέρει ότι λόγω μεγάλης ανεμοθύελλας η γαλέρα στην οποία επέβαινε συνοδεύοντας την κόμισσα Καίνιξμαρκ αναγκάστηκε να μπει στο λιμάνι του Πειραιά, αφού φυσικά κατέβασε τη βενετική σημαία και ανέβασε την αγγλική. Ευτυχώς για τις κυρίες, ο Άγγλος πρόξενος βρισκόταν στον Πειραιά και μιλώντας αγγλικά τους είπε ότι οι Αθηναίοι δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν φορολογία στους Βενετούς, στα γερμανικά όμως τις πληροφόρησε ότι στο φρούριο της Ακροπόλεως βρίσκονταν μόνο τετρακόσιοι άνδρες και συνεπώς η άλωσή του δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Οι κυρίες επέμειναν να κατέβουν στην ξηρά, πήγαν να δουν τον περίφημο Λέοντα του Πειραιά, μάλιστα και τον μέτρησαν. Το επόμενο πρωί φύσηξε ευνοϊκός άνεμος και έφυγαν με χρήσιμες πληροφορίες για τον Μοροζίνι.Το πρωί της 21ης Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι ξυπνώντας βλέπουν αγκυροβολημένο στον Πειραιά ολόκληρο τον βενετικό στόλο. Ακόμη και ο Βενιέρ έχει καταφθάσει από την Εύβοια. Φόβος και τρόμος τους κυριεύει. Προσπαθούν με μεγάλη βιασύνη να μαζέψουν ό,τι πολύτιμο έχουν και να ανέβουν στην Ακρόπολη. Μέχρι το μεσημέρι έχουν όλοι κλεισθεί μέσα στο Κάστρο. Στην Αθήνα υπάρχουν πια μόνον Έλληνες."
συνεχίζεται...

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Ρε, φέρτο μέσα!


Αν είστε Έλλην, άρρεν, άνω των 12 ετών και με προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση τότε, κατά πάσα πιθανότατα, την τελευταία εβδομάδα θα λάβατε το περιβόητο βιντεάκι με τον ουρολόγο, τον ιατρό φίλο του και την ιδιωτική υπάλληλο που έκαναν παρτούζα σε ένα δωμάτιο του νοσοκομείου «Ελπίς».

Ομολογώ πως δεν είχα παρακολουθήσει την υπόθεση (δεν βλέπω τηλέοραση και είχα καιρό να μπω στο zougla.gr), οπότε όταν πήρα το email από ένα φίλο, connoisseur του καλού πορνό απογοητέυτηκα. Κακός φωτισμός, ερασιτεχνική μονοκάμερη λήψη, δύο άντρες και μία γυναίκα με μέτρια σωματικά προσόντα να προβαίνουν σε μάλλον συνηθισμένες σεξουαλικές πράξεις. Το πιο κοντινό μέτρο σύγκρισης ήταν οι δευτέρας διαλογής ελληνικές τσόντες της δεκατετίας του 1970. Σε αυτές τις παλιές ταινίες, όμως, υπήρχαν καλτ πρωταγωνιστές και ανεπανάληπτες ατάκες. Στο βίντεο του «Ελπίς» εκτός από κανά δυο χαριτωμενιές που λέει η «τραβάτε με και ας κλαίω» πρωταγωνίστρια οι διάλογοι είναι μάλλον αδιάφοροι.

Η πρώτη προφανής παρατήρηση, λοιπόν, είναι πως για την ανάγνωση οποιουδήποτε ντοκουμέντου (και εδώ χρησιμοποιώ τον όρο με την ευρύτερη δυνατή έννοια για να καλύψει γραπτά, φωτογραφίες, φιλμ και ηχητικό υλικό) έχει σημασία το context, ο πραγματολογικός, ιδεολογικός, καλλιτεχνικός και κοινωνικός περίγυρος. Αλλιώς διαβάζει κανείς ένα άρθρο στην Ελευθεροτυπία, ένα διάλογο του Πλάτωνα ή μια κωμωδία του Ψαθά. Άλλες οι αντιδράσεις μας σε μια σκηνή ακρωτηριασμού από το Lars von Trier, ή τον Tarantino, και άλλες σε ένα ντοκιμαντέρ του National Geographic, με αντίστοιχες βίαιες τελετές από φυλές ιθαγενών της ζούγκλας του Αμαζονίου. Η out-of-context ανάγνωση - ηθελημένη ή μη - μπορεί να οδηγήσει σε σε τρέχα-γύρευε παρερμηνίες με τρέχα-γύρευε αποτελέσματα.

(Τα σχετικά παραδείγματα από τη λογοτεχνία είναι πολλά και θα σταθώ σε ένα λιγότερο γνωστό. Στη νουβέλα Τhe Plato Papers του Peter Ackroyd (1999) οι αρχαιολόγοι του 3,700 μΧ ανακαλύπτουν ένα αντίτυπο της Θεωρίας της Προέλευσης των Ειδών του Δαρβίνου. Το όνομα στην πρώτη σελίδα είναι μισοσβησμένο: Charles D... Από το περιεχόμενο του βιβλίου συμπεραίνουν πως πρόκειται για ένα ακόμα έργο του γνωστού παραμυθά της βικτωριανής εποχής, Charles Dickens.)

Η απογοήτευσή του Κολοσσού με το email, λοιπόν, οφείλεται ακριβώς σε μια τέτοια λανθασμένη αντιμετώπιση. Άνοιξα το βίντεο με τις ίδιες αισθητικές απαιτήσεις και τα ίδια κριτήρια με τα οποία βλέπω μια ταινία πορνό. Το είδος, όπως όλα τα άλλα, έχει συγκεκριμένους κώδικες και συγκεκριμένες συμβάσεις, τις οποίες γνωρίζουν καλά τόσο οι θεατές όσο και οι δημιουργοί. Αυτό που βλέπει κανείς σε μια ταινία πορνό δεν είναι σεξ αυτό καθ’εαυτό, αλλά μια άκρως στιλιζαρισμένη μίμηση της ερωτικής πράξης. (Ως αναλογία συγκρίνετε μια σκηνή βίας του Bruce Lee ή του John Woo με το live βρωμόξύλο σε ένα μπαρ Σάββατο βράδυ).

Το βιντεάκι του Νοσοκομείου, αντίθετα, δεν υπόκειται στην κατηγορία «έργο τέχνης», αλλά στην κατηγορία «υποκλαπέν οπτικοακουστικό υλικό». Η διάκριση δεν είναι όσο προφανής όσο θα νόμιζε κανείς και υπάρχουν αρκετές δραστηριότητες (από τα ντοκιμαντέρ μέχρι τις σπιτικές ταινίες πορνό) που θα μπορούσαν να ενταχθούν και στις δύο ομάδες. Χοντρικά, όμως, στη δεύτερη κατηγορία θα συμπεριλάβω την καταγραφή ανθρώπινων δραστηριοτήτων, εν αγνοία και παρά τη θέληση των πρωταγωνιστών.

Το ερώτημα που θα ήθελα να εξετάσουμε είναι γιατί αυτές οι λάθρα καταγεγραμμένες στιγμές ασκούν τέτοια γοητεία πάνω μας. Γιατί, ενώ μπορεί κανείς να δει ταινίες με μπάτζετ εκατομμυρίων (δεν μιλώ μόνο για πορνό), εμείς εξακολουθούμε να ενθουσιαζόμαστε με αυτές τις πρόχειρες μπανιστηρτζήδικες λήψεις ή ηχογραφήσεις.

Πρώτη παρατήρηση είναι ότι συχνά οι πρωταγωνιστές σε αυτές τις ιστορίες είναι διάσημοι άνθρωποι, οι οποίοι υποπίπτουν σε παραπτώματα. Τα παραπτώματα αυτά μπορεί να είναι από σχετικά αθώα (πχ ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας να κάνει τα μιραλέικα «μπαλάκια» γνωστά και εκτός των ορίων της πόλης των Πατρών) μέχρι και βαρύτατα εγκλήματα (σεξ με ανηλίκους, σκληρά ναρκωτικά κλπ). Σε κάθε περίπτωση εδώ δρα ο διττός μηχανισμός α. της περιέργειας που έχουμε για τις ζωές των μεγάλων και των ισχυρών και β. της τραγικής (με την θεατρική έννοια) ικανοποίησης που νοιώθουμε όταν αυτοί πέφτουν. Καλύτερο παράδειγμα από αυτό της Πριγκήπισσας Νταϊάνα δεν μπορεί να βρεθεί. Όσο ήταν ζωντανή, οι εκδότες των αντρικών περιοδικών δήλωναν διατεθειμένοι να πληρώσουν όσο όσο για γυμνές φωτογραφίες της. Ο θάνατος της οδήγησε την Αγγλία σε σκηνές ανεπανάληπτης υστερίας.

Δεύτερη επισήμανση είναι ότι η τέχνη, εκ φύσεως, έχει κάτι το τεχνητό (η κοινή ετυμολογία, προφανώς, δεν είναι τυχαία). Η άτσαλη, άγαρμπη, άσχημη, αδέξια, αφτιασίδωτη (με μια λέξη, και να με συγχωρέσετε, άτεχνη) φυσικότητα των καθημερινών ανθρώπων πολύ δύσκολα αποτυπώνεται, όσο ταλαντούχος και να είναι ο σεναριογράφος, όσο βαθιά μυημένοι στη μέθοδο Στανισλάβσκι οι ηθοποιοί και όσα λεφτά και κόπο και αν σπαταλήσουν ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος, ο στυλίστας και ο διευθυντής φωτογραφίας για να αποτυπώσουν το αυθεντικό grunge look. Αυτή τη φυσικότητα αναζητάμε, και βρίσκουμε, στα προϊόντα υποκλοπής. Και εδώ ισχύει η ίδια ηδονοβλεπτική διάθεση όπως στην προηγούμενη παράγραφο, μόνο που τώρα το μάτι είναι γυρισμένο στους εαυτούς και τους γύρω μας και όχι στους από πάνω. Είναι τέτοια η δύναμη αυτής της διάθεσης που το «Αυτό που ακολουθεί είναι μια αληθινή ιστορία...» ή «Σε ένα παλιό σεντούκι βρήκαμε την παρακάτω αυθεντική διήγηση...» είναι ένα από τα πρώτα και πιο διαδεδομένα τρικ στην ιστορία της αφηγηματικής τέχνης.

Ένας τρίτος λόγος για τον οποίο αυτές οι οπτικές ή ηχητικές καταγραφές ήταν ανέκαθεν τόσο διαδεδομένες είναι το ότι στο όνομα της αντικειμενικής ειδησεογραφίας παρουσιάζονται εικόνες και θεματολογίες οι οποίες κανονικά θα κόβονταν από τη λογοκρισία. Οι τηλεθεατές είδαν γυμνό, σκληρή βία και άκουσαν ύβρεις πρώτα στις ειδήσεις (οι κασέτες του Watergate έχουν τον πρόεδρο Nixon να βρίζει χυδαιότατα και ασταμάτητα) και πολύ αργότερα (ίσως και ποτέ στον ίδιο βαθμό) στην ταινία της Κυριακής. Βέβαια σήμερα τα πράγματα έχουν προχωρήσει και δεν περιμένουμε τους γιατρούς και την υπάλληλο στο «Ελπίς» για να δούμε σεξ. Ακόμα και στην εποχή μας, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν ταμπού. Οι ειδήσεις και τα ντοκιμαντέρ, ας πούμε, είναι το μόνο μέσο που υπάρχει για να δει κανείς ανθρώπους να σκοτώνονται στα αληθινά. Αναρωτιέμαι, πραγματικά, αν αυτός είναι ο προπομπός για την είσοδο των εκτελέσεων και των δολοφονιών στη show business. Αν ήταν θέαμα για τους Ρωμαίους στο Κολοσσαίο, γιατί όχι και για μας; Θα δείξει.

Κλείνω με ένα παλιό ανέκδοτο που δείχνει τη δυσκολία που συχνά έχουμε για να μιλήσουμε με σαφήνεια και ειλικρίνεια για το σεξ.

Ένας Άγγλος στρατιώτης είναι κατηγορούμενος επειδή χτύπησε κάποιον. Στην απολογία του λέει:

Ι come home after three fu*king years in fu*king Africa and what do I fuc*king-well find? - my wife in bed, engaging in illicit cohabitation with a male!

(Μεταφράζω μόνο την τελευταία πρόταση: τη γυναίκα μου στο κρεβάτι, σε παράνομη συνεύρεση με έναν άντρα).

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Dr. Dirty






C.Wilson: "What is U.S. policy in Afghanistan?"
G.Avrakotos: "Strictly speaking, we don't have one, but we're working hard on that."
C.Wilson: "Who're "we"?"
G.Avrakotos: "Me and three other guys."


Την 1η Δεκεμβρίου 2005, ο διαβόητος πράκτορας της CIA Gust Avrakotos, ελληνικής καταγωγής, έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο. Τα όσα έχουν γίνει γνωστά σχετικά με τη δράση του αποτελούν σημαντικότατο κομμάτι της νεοελληνικής πολιτικής ζωής, στο βαθμό που η Ελλάς αποτέλεσε-κατά κοινή ομολογία-χώρα εν πολλοίς εξαρτημένη(οι πιο οξείς θα έλεγαν πτοτεκτοράτο) από τη "φίλη" και "σύμμαχο"... "Ενδεικτικό όμως της δράσης του είναι αυτό που είχε πει ο διάσημος αποστάτης της CIA, Φίλιπ Έιτζι για τον ρόλο του Αβράκοτος: «Ο Gust, πιστέψτε με, ήταν πραγματικά Dr.Dirty. Ειδικά για την Ελλάδα...» ". Ο βίος του Αvrakotos, παρατίθεται πιο κάτω...
Στο εκπληκτικό έργο Charlie Wilson's War σκιαγραφείται η δράση του Avrakotos στην εμπλοκή των ΗΠΑ στη μυστική χρηματοδότηση των Μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν. Ένας μάλλον ασήμαντος βουλευτής του αμερικανικού Νότου, μανιώδης πότης, αδιόρθωτος γκομενιάρης και ενδεχομένως χρήστης ουσιών, ο Charlie Wilson, (τον υποδύεται ο Τom Hanks) συλλαμβάνει την ιδέα της ενεργού εμπλοκής των ΗΠΑ στην Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, μέσω της μυστικής χρηματοδότησης της αφγανικής αντίστασης. Η γραφειοκρατεία της Ουάσιγκτων αρχικά κωφεύει και θεωρεί την ιδέα εξωπραγματική. Ο Wilson συνεργάζεται στενά με έναν ελληνοαμερικανό πράκτορα, τον οποίο οι ανώτεροί του στην CIA περιφρονούν, διότι ενετάχθη στην Υπηρεσία το 1962, λίγο μετά την απόφαση να στρατολογούνται πράκτορές και εκτός των Ivy League Training Camps. Οι δυο τους συνεργάζονται με την υπερσυντηρητική Joanne Herring( Julia Roberts), η οποία διατηρεί δεσμούς τόσο με το Πακιστάν (μεσολάβησε για συνάντηση του Wilson με τον Πρόεδρο του Πακιστάν), όσο και με την γραφειοκρατεία της Ουάσιγκτον. Η φαινομενικά ασήμαντη αυτή τριάδα, καταφέρνει να εξασφαλίσει τεράστια ποσά για μυστικό εξοπλισμό των μουτζαχεντίν. Κρίσιμο ρόλο έπαιξε η προμήθεια αντιαεροπορικών πυραύλων Stinger, με τους οποίους αντιμετώπισαν οι Αφγανοί τα ανίκητα μέχρι τότε σοβιετικά ελικόπτερα. Η κατάληξη γνωστή. Οι Σοβιετικοί αποσύρονται ηττημένοι το 1988-1989. Ο Avrakotos στην πραγματικότητα-κάτι που παρουσιάζεται αλλιώς στο έργο-συναντήθηκε με τον Wilson όταν ο τελευταίος χρειαζόταν την τεχνογνωσία της CIA για την προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων. Ωστόσο ιδιαίτερα παραστατικά ερμηνεύεται το κυνικό χιούμορ, η αθυροστομία και η περιφρόνηση του Avrakotos προς την ιεραρχία. (" According to the History Channel documentary, The True Story of Charlie Wilson, this part of the movie is mostly true. As in the movie, Gust met with his boss after he mistakenly thought an apology was coming his way. After realizing that his boss was expecting the same thing, Gust told him to fuck off a second time"-βλ. σύνδεσμο στο τέλος). Στα γυρίσματα της ταινίας- που αποτελεί την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του αμερικανού δημοσιογράφου του CBS George Crile-παρευρισκόταν και ο ίδιος ο Wilson, ενώ τον Avrakotos ενσάρκωνε ο καλύτερος ίσως ηθοποιός της νέας γενιάς, ο Philip Seymour Hoffman (Όσκαρ β Ανδρικού ρόλου)...


"Την 1η Δεκεμβρίου του 2005 πέθανε στις ΗΠΑ ο συνταξιούχος πράκτορας της CIA, Γκαστ Αβράκοτος. Ο ελληνοαμερικανικής καταγωγής «Dr. Dirty», όπως τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του, υπήρξε ο ιθύνων νους της ήττας των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν αλλά και το κανάλι επικοινωνίας μεταξύ των συνταγματαρχών με την αμερικανική μυστική υπηρεσία κατά την επταετία της χούντας.

Ο γιος του Έλληνα μετανάστη από τη Λήμνο, Gustav, ή αλλιώς Gust, Avrakotos γεννήθηκε στην πόλη Αλικίπα της πολιτείας της Πενσυλβάνια στις ΗΠΑ το 1938. Άφησε νωρίς το σχολείο και έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Το 1962 εγκαταλείπει την θέση του στην IBM για να εργαστεί για την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA), όπου θα παραμείνει για 27 συναπτά έτη. Μετά την εκπαίδευσή του ο Αβράκοτος μετατέθηκε στην Ελλάδα όπου παρέμεινε μέχρι το 1978. Ελάχιστα έχουν γίνει γνωστά για τη δράση του στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια, πάντως είναι βέβαιο ότι αποτελούσε βασικό συνεργάτη και συνομιλητή των δικτατόρων. Ενδεικτικό όμως της δράσης του είναι αυτό που είχε πει ο διάσημος αποστάτης της CIA, Φίλιπ Έιτζι για τον ρόλο του Αβράκοτος: «Ο Gust, πιστέψτε με, ήταν πραγματικά Dr.Dirty. Ειδικά για την Ελλάδα...»

Το 1978, σε ηλικία 40 ετών, ανακαλείται στα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας στο Λάνγκλει, όπου, μετά τη Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, αναλαμβάνει το «αφγανικό γραφείο» και οργανώνει τους μουτζαχεντίν αντάρτες, προμηθεύοντας τους όπλα με ευφάνταστους τρόπους και προετοιμάζοντας, εν αγνοία του, φαινόμενα όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Ο οξύθυμος και αθυρόστομος Αβρακότος ήταν αυτός που έφερε σε πέρας την μεγαλύτερη επιχείρηση στην ιστορία της CIA, η οποία απορρόφησε το 70% του προϋπολογισμού της. Κατόρθωσε να εξοπλίσει τους μουτζαχεντίν αντάρτες στο Αφγανιστάν με πυραύλους «Stinger», που δυσχέραιναν εξαιρετικά ιδιαίτερα τη θέση των Σοβιετικών και, το 1989, έκαναν τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ να αποφασίσει την απόσυρση των στρατευμάτων από το Αφγανιστάν.

Το 1989 συνταξιοδοτήθηκε. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και αναλυτής για τον όμιλο του Ρούπερτ Μέρντοχ News Corp. Έως το 1997 οπότε επανήλθε στη CIA, επί του επίσης Ελληνοαμερικανού Τζωρτζ Τένετ, ως σύμβουλος. Το 2003 εγκατέλειψε οριστικά την Υπηρεσία και το 2005, σε ηλικία 67 ετών, τα εγκόσμια.

Η δράση του έγινε γνωστή μόλις το 2003, μέσα από το βιβλίο του Αμερικανού δημοσιογράφου George Grille «Charlie Wilson's War». Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Τομ Χανκς αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου, στο οποίο στηρίχτηκε η ομώνυμη ταινία (στα ελληνικά «Παιχνίδια Εξουσίας»), την οποία σκηνοθέτησε ο Μάικλ Νίκολς, το 2007. Τον ρόλο του Γκαστ Αβράκοτος ερμήνευσε ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.

Η δράση του στην Ελλάδα:

Λόγω της γνώσης του της ελληνικής γλώσσας, ο Αβράκοτος διορίστηκε στην Αθήνα, όπου έδρευε ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της υπηρεσίας στην Ευρώπη, όπου ανέλαβε το ρόλο του συνδέσμου της CIA με την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ). Γνώριζε τους συνταγματάρχες και, μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ήταν αυτός που μετέφερε το αυστηρό μήνυμα του προέδρου Τζόνσον στην χούντα για μη εκτέλεση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Αβράκοτος αποκάλυψε στον δημοσιογράφο George Grille ότι μετέφερε μεν το επίσημο μήνυμα στον Γ. Παπαδόπουλο, όπως είχε διαταχθεί, αλλά στη συνέχεια πρόσθεσε «Αυτό είναι το επίσημο μήνυμα που σας μεταφέρω. Ανεπισήμως, σας λέω ότι η συμβουλή μου είναι να εκτελέσετε τον μπάσταρδο γιατί κάποτε θα επιστρέψει και θα τον βρείτε μπροστά σας».

Την δεκαετία του 1970 ο Αβράκοτος ανέλαβε και τη θέση του επικεφαλής του προγράμματος συνεργασίας της CIA με τα ελληνικά ΛΟΚ (μονάδες καταδρομών), για την επιχείρηση Stay Behind. Επρόκειτο για ένα σενάριο εισβολής του ελλαδικού χώρου από χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, για το οποίο οι Αμερικανοί είχαν δημιουργήσει κρησφύγετα με πολεμοφόδια, χρυσό και τρόφιμα σε ολόκληρη τη χώρα. Ο δικτάτορας Ιωαννίδης μάλιστα όταν ήθελε να στείλει κάποιο επισκεπτόταν στο γραφείο των ΛΟΚ τον Αβράκοτος.

Όταν το 1975 η «17 Νοέμβρη» εκτέλεσε τον ανώτερο και φίλο του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Ρίτσαρντ Γουέλς, ο Αβράκοτος έστειλε απόρρητο τηλεγράφημα στον διοικητή της CIA, ζητώντας την άδεια να οργανώσει, ως αντίποινα, τις δολοφονίες κάποιοι αριστεριστών που θεωρούνταν ύποπτοι για την εκτέλεση του Γουέλς, διαβεβαιώνοντας πως οι συνεργάτες του στην ΚΥΠ και την ελληνική αστυνομία θα βοηθούσαν ώστε να μην εξιχνιασθούν ποτέ οι δολοφονίες. Η πρότασή του απορρίφθηκε. Το 1978 αποχώρησε από την Αθήνα, ενώ μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του κατά την παραμονή του στη χώρα.

Υπεύθυνος του εξοπλισμού των μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν:

Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλλαν στο Αφγανιστάν, ο Αβράκοτος, ο οποίος είχε ήδη γνωρίσει τον επίσης σφοδρό αντικομουνιστή δημοκρατικό Γερουσιαστή Τσάρλι Γουίλσον, βρέθηκε στο επίκεντρο της επιχείρησης εξοπλισμού των μουτζαχεντίν, κάτι που εν καιρώ είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση των σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν.

Ο Γουίλσον ήταν αρμόδιος για τα τεράστια κονδύλια των μυστικών υπηρεσιών, κονδύλια που ο Αβράκοτος μετέτρεψε σε προηγμένα οπλικά συστήματα και στρατόπεδα γεμάτα εθελοντές από όλον τον μουσουλμανικό κόσμο. Όπως αποκαλύπτει ο George Grille στο βιβλίο του, ο Λευκός Οίκος δεν ήθελε να αυξηθεί η ανάμειξή του στο Αφγανικό, για να μην αντιδράσει δυναμικά η Μόσχα –έτσι, ο Αβράκοτος εξασφάλισε ισραηλινά και σοβιετικά (από τα αποθέματα της Αιγύπτου) όπλα για τους μουτζαχεντίν.

Μετά από συμφωνία με τον δικτάτορα του Πακιστάν, στρατηγό Ζία, επετράπη σε πράκτορες της CIA να εκπαιδεύσουν σε στρατόπεδα κοντά στα σύνορα χιλιάδες αφγανούς αντάρτες. Στη συνέχεια θέλησε να οργανώσει βάσεις σε αφγανικό έδαφος. Προέκυψε όμως το πρόβλημα εξεύρεσης τρόπου μεταφοράς των όπλων έως εκεί, κάτι που ο Αβράκοτος έλυσε ευρηματικά. Χιλιάδες μουλάρια από την Κύπρο μεταφέρθηκαν έως το Καράτσι του Πακιστάν, τα οποία, φορτωμένα με υπερσύγχρονα όπλα, οδηγήθηκαν μέσα στο Αφγανιστάν και παραδόθηκαν σε πολέμαρχους, όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Έτσι έφτασαν στα χέρια των ανταρτών και οι πύραυλοι Stinger οι οποίοι επέφεραν βαριές απώλειες στις σοβιετικές δυνάμεις, που ήδη βαρυγκωμούσαν από το κόστος του πολέμου που ξεπερνούσε τα 3 δισ. δολάρια το χρόνο. Το 1989 ο Γκορμπατσόφ αποφάσισε την απόσυρση των δυνάμεων της Ε.Σ.Σ.Δ. από το Αφγανιστάν".


Πηγές: Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία,αναδημοσίευση από ΤVXS.

Σύνδεσμοι:
-Real Faces-Charlie Wilson
-Greek American News AgencyΆρθρο Α.Μάρκελλου