Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Με λένε Πόπη...


25 Νοεμβρίου, της Αγίας Αικατερίνης. Άλλες χρονιές τέτοια μέρα γιόρταζαν οι Κατίνες. Σήμερα το Κατίνα χρησιμοποιείται μόνο ως βρισιά. Σε μεγαλύτερες ηλικίες μπορεί να έχουν ξεμείνει τίποτε Καίτες ή Κάτιες, αλλά εκτός από λίγες εξαιρέσεις, το Κατερίνα κυριαρχεί στις προτιμήσεις όσων κοριτσιών έχουν βαπτιστεί με το όνομα της πανσόφου οσιομάρτυρος.

Θα μπορούσε κανείς να γράψει την ιστορία της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας στηριζόμενος στην εξέλιξη των κυρίων ονομάτων. Εξετάζοντας, δηλαδή, το πώς από τη Βασίλω και τη Μπίλιω φτάσαμε στις σημερινές Βασιλικές, περνώντας ενδιάμεσα από τα στάδια της Βάσως, της Βίκυς, της Βίβιαν και της Ρεγκίνας.

Σε αυτή την διαδικασία κυριάρχησαν δύο τάσεις: από τη μία ο εκμοντερνισμός και η ξενομανία, και από την άλλη η ισχυρή κεντρομόλος δύναμη της θρησκείας και της παράδοσης. Τα τελευταία 60 χρόνια ο Έλληνας πολέμησε, και εν τέλει κατόρθωσε, να γίνει Δυτικοευρωπαίος. Ο θεσμός της οικογένειας στον τόπο μας ακολούθησε την ίδια διαδικασία χαλάρωσης (μπουρδελοποίησης καλύτερα) όπως και στη Δύση. Οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, όμως, έχουν την ευχέρεια, χωρίς δεσμεύσεις, κάθε τόσο να διαμορφώσουν εξ αρχής την προσωπική τους νομενκλατούρα. Eίχα μια συνάδελφο στην Αγγλία που έβγαλε την κόρη της Porche (sic), όπως τα αυτοκίνητα. Ο Έλληνας αντίθετα νοιώθει υποχρεωμένος από τη μία να βαφτίσει τα παιδιά του στην εκκλησία και από την άλλη να τους δώσει τα ονόματα των παππούδων και των γιαγιάδων. Για αυτό τα ελληνικά κύρια ονόματα παρουσιάζουν τέτοιο ενδιαφέρον: επειδή η κάθε γενιά καλείται να πλάσει με τα ίδια ανακυκλωμένα υλικά.

Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή η μετάλλαξη των ονομάτων συντελέστηκε μέσα σε ορίζοντα δεκαετιών. Για την κυρία της φωτογραφίας, όμως, ήταν θέμα λίγων μηνών. Αν κοιτάξει κανείς τα άρθρα των εφημερίδων του 1964 θα δει την Κούλα Τσοπέη να κατεβαίνει στα καλλιστεία ως υποψήφια Σταρ Ελλάς. Μετά τη νίκη της στο διαγωνισμό, αίφνης, εμφανίζεται ως Κυριακή. Στο τέλος του ίδιου έτους κέρδισε μια θέση στο πάνθεον της ημεδαπής ποπ κουλτούρας ως η πρώτη Μις Υφήλιος, με το εύηχο και ξενόφερτο Κορίνα. Αν, πάντως, έχει εγγονή ο Κολοσσός στοιχηματίζει πως τη φωνάζουν Κυριακή.

Το θέμα είναι πολύ πιο λεπτό από ό,τι ίσως φαντάζεται κανείς και απαιτεί ένα αυτί καλά εκπαιδευμένο στις αποχρώσεις του καθημερινού λόγου. Παίρνω ως παράδειγμα το Κωνσταντίνα. Όταν ήμουν μικρός, στα καλά ιδιωτικά σχολεία η μόνη αποδεκτή σύντμηση του ονόματος αυτού ήταν το Τίνα. Στα δημόσια, αντίθετα, οι Τίνες συνυπήρχαν με τις Ντίνες. Ακόμα και σήμερα, όταν γνωρίζω κάποια Ντίνα στην ηλικία μου, αναρωτιέμαι αν συνειδητοποιεί το βάρος αυτού του αρχικού Ν που κουβαλάει.

Δεν αποτελεί καμία λαμπρή ανακάλυψη το ότι τα ονόματα μάς προδιαθέτουν για τους κατόχους τους. Ας υποθέσουμε πως οι φίλοι σας θέλουν να σας κάνουν κονέ με μια κοπέλα. Δεν μπορείτε να με πείσετε πως σας είναι αδιάφορο αν τη λένε Μαρίνα ή Λούλα. Τι πρόβλημα ακριβώς υπάρχει με το Λούλα, όμως; Είναι κακόηχο; Ή μήπως είναι ένδειξη κάποιου κουσουριού; Ταπεινής καταγωγής ή μήπως χαμηλής αισθητικής της ίδιας και των γονιών της; Πιθανότατα, όπως οι περισσότερες προκαταλήψεις, και αυτή η αποστροφή προς συγκεκριμένους τύπους ονομάτων είναι εντελώς αβάσιμη. Ας σημειωθεί, πάντως, πως στο dating, όπως και στο χρηματιστήριο, όλη η τέχνη είναι να αγοράζεις υποτιμημένα χαρτιά (και να διώχνεις τις φούσκες). Ο κόσμος είναι γεμάτος από κουκλάρες και πανέξυπνες Λούλες που έχουν πέσει θύματα του σνομπισμού απέναντι στο ονομά τους και που περιμένουν ένα value επενδυτή να συνειδητοποιήσει την αξία τους. Long Λούλες, Short Mαρίνες (και λοιπά φλώρικα ονόματα) είναι το ενδεδειγμένο trade.

O όρος nominative determinism (ονομαστικός προκαθορισμός) είναι μια μοντέρνα ονομασία για την πανάρχαια ιδέα πως το όνομα κάποιου είναι δυνατόν να προκαλέσει εξελίξεις στη ζωή του. Στην πιο απλή μορφή της η ιδέα ασχολείται με καλλονές με το όνομα Αφροδίτη ή με ανθρώπους με το επώνυμο Χρυσός, που εν τέλει έγιναν κοσμηματοπώλες. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, συνδέεται με την ιδέα πως τα ονόματα κρύβουν μαγικές ιδιότητες. Οι μυθολογίες όλων των χωρών βρίθουν από παραδείγματα σχετικών ταμπού, όπου η προφορά ή η αποκάλυψη κάποιων ονομάτων θα φέρει κακή τύχη. Είναι εύκολο σε αυτές τις περιπτώσεις να είναι κανείς αρνητικός απέναντι σε όλα αυτά: «Κοίτα οι πρωτόγονοι τι κάθονταν και πίστευαν.» Και, όμως, αντίστοιχες δοξασίες έχουν επιβιώσει μέχρι τις ημέρες μας. Αν τα ονόματα δεν έχουν ιδιαίτερες δυνάμεις τότε γιατί το βρίσκουμε τόσο δύσκολο να πούμε δυνατά λέξεις όπως θάνατος ή καρκίνος; Θα βγάζατε ποτέ το γιο σας Εφιάλτη, Αδόλφο ή Χάρο;

Εδώ ερχόμαστε στο ερώτημα του ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος των ονομάτων. Μια πρώτη προσέγγιση θα ήταν να ισχυριστεί κανείς πως το σύμπαν προϋπάρχει και τα ονόματα απλώς βάζουν ετικέτες στα αντικείμενα αυτού του σύμπαντος. (Στη βιβλική Γένεση το ρόλο του νονού τον παίζει ο Αδάμ). Λέμε, δηλαδή, πως υπάρχει μια (να την πούμε πλατωνική;) ιδέα των μήλων που προηγείται του ονόματος μήλα. Δυστυχώς, λίγη σκέψη δείχνει πως το μοντέλο αυτό αποδεικνύεται προβληματικό. Ποια είναι τα κριτήρια κατάταξης των αντικειμένων σε αυτή την προϋπάρχουσα κατηγορία; Πράσινα, κόκκινα και χρυσά (των Εσπερίδων), τα φιρίκια, τα golden delicious και τα granny smith, το παιχνίδι με την μπάλα που παίζαμε μικροί, η Νέα Υόρκη (το μεγάλο)˙ όλα αυτά τι κοινό έχουν μεταξύ τους εκτός από το ότι αποκαλούνται μήλα; Το θέμα γίνεται πιο σαφές με το εξής παράδειγμα: σε ορισμένες γλώσσες (πχ Ρώσικα) το ανοιχτό και το σκούρο μπλε είναι διαφορετικά χρώματα. Εδώ είναι ξεκάθαρο πως ο όρος μπλε έρχεται να δημιουργήσει μια κατηγορία εγχρώμων αντικειμένων και όχι απλώς να την ονοματίσει. Επομένως τα ονόματα δεν είναι απλώς ταμπέλες, αλλά δομικά συστατικά ενός κόσμου που συν-δημιουργεί ο ανθρώπινος νους. Ίσως, τελικά, η διαφορά μεταξύ της Τίνας και της Ντίνας, να είναι πιο βαθιά από την απλή είσοδο στο Σύνδεσμο Αποφοίτων Σχολής Μωραίτη.

Αφήνουμε τον Kant και το Wittgenstein στη θέση τους και γυρίζουμε στη σύγχρονη Ελλάδα. Οι τάσεις της μόδας για τα παιδικά ονόματα είναι δύο. Από τη μία χρήση αυτών καθ’εαυτών των επίσημων μορφών αντί για υποκοριστικά (Παρασκευή, Ευγενία, Τριανταφυλλιά αντί για Βούλα, Τζίνα ή Ρόζα). Η δεύτερη είναι η αυξημένη χρήση αρχαιοελληνικών ονομάτων. Τόσες Αλκμήνες, Αντιγόνες και Ίριδες είχαμε αιώνες να δούμε στον τόπο μας. Και οι δύο τάσεις σχετίζονται με τον καθωσπρεπισμό και το νεοκλασικισμό που χαρακτηρίζουν την εποχή μας: Σοβαρά, σικ ονόματα για ένα σοβαρό, σικ κόσμο. Παραδόξως, θεωρώ πως η χρήση των αρχαίων ονομάτων, επιπρόσθετα, χρησιμοποιείται ως ένδειξη ανοιχτού πνεύματος και διάθεσης αποδέσμευσης από τις επιταγές της παράδοσης. «Κοιτάξτε πόσο κουλ είναι οι γονείς μου», φαίνεται να φωνάζουν ο μικρός Ιάσων και η μικρή Άλκηστη. «Γράψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τον παππού το Σταμάτη και τη γιαγιά τη Δροσούλα και μου έδωσαν το όνομα που αυτοί ήθελαν».

Πήρα το σημερινό μου τίτλο από ένα παλιό τραγούδι του Νταλάρα, σε στίχους του Μιχάλη Γκανά. «Με λένε Πόπη, σαν τη γιαγιά μου την Καλλιόπη» είναι οι δύο πρώτες σειρές. Φοβάμαι ότι, παρότι έξυπνες, είναι αναχρονιστικές. Για τις σημερινές έφηβες το πιο πιθανό είναι να τις λένε Καλλιόπη, σαν τη γιαγιά την Πόπη και, ίσως, κάπου ανάμεσα να παρεμβλήθηκε και κάποια Κέλλυ ή Πόλλυ. Ο επόμενος στίχος, πάντως, βρίσκει κατευθείαν στο κέντρο: «Αχ, να με λέγανε Κυβέλη».

ΥΓ Ελπίζω με το κείμενο μου να μην προσέβαλα το όνομα Λούλα˙ το επέλεξα ως ένα ακραίο ντεμοντέ παράδειγμα. Πάντως η συμβουλή μου προς τις, όσες εναπομείνασες, Λούλες είναι να κάνουν λίγο υπομονή. Μέσα στο γενικό ρετρό-revival κλίμα της εποχής η ώρα τους δε θα αργήσει. Εδώ ξανάγιναν μόδα τα Stan Smith και τα Air Jordan, στο Κούλα και το Λούλα θα κολλήσουμε;

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Arrivederci, Roma!



Η Ρώμη είναι ό,τι κοντινότερο υπάρχει σε επίγειο παράδεισο:
α. Όλη η πόλη είναι ένα μεγάλο υπαίθριο μουσείο και υπάρχουν αρκετά αξιοθέατα για να γυρίζει κανείς μια ολόκληρη ζωή.
β. Το φαϊ, το κρασί και τα γλυκά δεν παίζονται. Άντε και ο καφές, αν και η ιδέα πως ο espresso Illy έχει καλύτερη γεύση στην Ιταλία μου θυμίζει αυτές τις σαχλαμάρες που λένε οι Ιρλανδοί για την αυθεντική Guinness στο Δουβλίνο.
γ. Όχι μόνο έχει τις ωραιότερες γυναίκες στον κόσμο (σε αυτό δεν δέχομαι συζήτηση), αλλά και ο συναγωνισμός από τους αυτόχθονες άντρες είναι αστείος. Πραγματικά αναρωτιέμαι αν μπορεί κανείς να βγάλει σοβαρή γκόμενα φορώντας γκρι κουστούμι, καφέ αθλητικά παπούτσια, μπλε ξεμανίκωτο μπουφάν – η τελευταία λέξη της μόδας - κόμπο γραβάτας σε μέγεθος μπάλας του τένις και μούσι/μουστάκι Νταρτανιάν.

Μετά από πολλά χρόνια, ο Κολοσσός βρέθηκε πρόσφατα για μερικές μέρες στην Αιώνια Πόλη. Εκτός από τα καθιερωμένα προσκυνήματα στα κορυφαία μνημεία του Χριστιανισμού και της δυτικής τέχνης (πχ το βέλος που σκότωσε τον Άγιο Σεβαστιανό και τα αποτυπώματα από τα πόδια του Ιησού όταν συνάντησε τον Πέτρο – το γνωστό επεισόδιο Quo Vadis?) είχα την ευκαρία να συλλέξω και μερικές καινούριες άχρηστες πληροφορίες, τις οποίες και θα μοιραστώ μαζί σας.

Νel blu, dipinto di blu. Όσοι παρακολουθούν Φόρμουλα 1 θα θυμούνται το Μίκαελ Σουμάχερ να χαριεντίζεται πάνω στο βάρθρο κάθε φορά που παιζόταν ο εθνικός ύμνος της Ιταλίας προς τιμή της Φερράρι. Το Canto degli Italiani, ή Fratelli d’Italia, όπως είναι πιο γνωστό, γράφτηκε το 1847. Παρουσιάζει τρία μεγάλα προβλήματα: α. η μελωδία θυμίζει παιδικό τραγουδάκι, β. οι περισσότεροι Ιταλοί δεν γνωρίζουν τα λόγια (όπως θα έχουν διαπιστώσει οι φίλαθλοι, πριν τους αγώνες της Εθνικής Ιταλίας κανείς ποδοσφαιριστής δεν τραγουδάει) και γ. οι στίχοι, εκτός από άγνωστοι, είναι και κουλοί. Φαντάζομαι πως η φράση «Τα σπαθιά των μισθοφόρων είναι σαν καλάμια, ο αετός της Αυστρίας έχει χάσει τα φτερά του» θα ακούγεται καλύτερα στα Ιταλικά. «It sounds better in Italian», που έλεγε ο χαρακτήρας του Joe Pesci στο Goodfellas.

Σε μία χώρα με τέτοια μεγάλη μουσική παράδοση δεν είναι επομένως περίεργο το ότι υπάρχει έντονη κινητικότητα για αντικατάσταση του ύμνου με κάτι πιο αξιοπρεπές. Αυτό που προξενεί εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στα άλλα υποψήφια κομμάτια, μαζί με το Χορικό των Σκλάβων από το Νabucco ή το Nessum Dorma από την Τurandot, ας πούμε, συγκαταλλέγεται και το γνωστό Volare, το τραγούδι του Domenico Modugno που ήρθε τρίτο στη Eurovision του 1958.

Dada. Η ώρα ήταν 5, λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα. Ο Κολοσσός περπατούσε στις όχθες του Τίβερη, γύριζοντας από το αγγλικό νεκροταφείο, όπου είχα πάει να επισκεφτώ τους τάφους του Keats και του Shelley. (Το έχουμε πει: ο καθένας με το ψώνιο του σε αυτή τη ζωή). Και ενώ βρισκόμουν σε ψυχική ανάταση από αυτή την επίσκεψη στην τελευταία κατοικία των χαμένων ρομαντικών ποιητών («Μπορεί να ερωτευτεί κανείς το θάνατο, αν γνωρίζει ότι θα ταφεί σε ένα τόσο γλυκό μέρος», έγραφε, προφητικά, ο δεύτερος αφού είδε τον τάφο του πρώτου) έπεσα πάνω σε μια από τις πιο σουρεαλιστικές σκηνές που θυμάμαι στη ζωή μου. Κατά μήκος του ποταμού κάθε 20-30 μέτρα στέκονταν άνθρωποι (νεαροί και των δύο φύλων, όσο μπορούσα να διακρίνω) που φορούσαν, από την κορυφή ως τα νύχια, προστατευτικές στολές: πλαστικά καλύμματα παπουτσιών, άσπρα παντελόνια και ποδιές, χειρουργικές μάσκες, πλαστικούς σκούφους. Προς στιγμή, πίστεψα πως βρισκόμουν σε ένα μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό και πως οι επιζώντες είχαν βγει από τα καταφύγια για να ελέγχξουν τα επίπεδα ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρα. Μετά, όμως, συνειδητοποίησα πως οι άσπρες φιγούρες κρατούσαν στα χέρια ντουντούκες που έβγαζαν ένα ενοχλητικό ήχο που θύμιζε κρώξιμο γλάρου. Ο Νοέμβριος είναι ο μήνας που τα αποδημητικά πουλιά περνάνε από τη Ρώμη, καθ’οδόν προς την Αφρική. Για να προστατευτεί το υπαίθριο μουσείο, που λέγαμε, από τα ορνιθο-περιττώματα οι τύποι – υπάλληλοι του δήμου ή της αρχαιολογικής υπηρεσίας; - είχαν βγει βόλτα ντυμένοι Transformers για να φοβίσουν τα πουλιά μακριά από την πόλη μια ώρα αρχύτερα.

Δύο σκέψεις κάνω: α. Οι ανθρώποι (sic) είναι πολύ μπροστά και β. O Φελίνι δεν θα μπορούσε να είχε γεννηθεί σε καμία άλλη χώρα.

Η ιταλική σαπουνόπερα. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου η πινακοθήκη Doria Pamphilj, με τους Τιτσιάνο, τους Καραβάτζιο και τους (δευτεροκλασάτους) Ραφαέλλο της θα ήταν ένα μεγάλο αξιοθέατο. Στη Ρώμη οι πίνακές της περνάνε μάλλον αδιάφοροι, με εξαίρεση το πορτρέτο του Πάπα Ιννοκεντίου του Δέκατου (ήταν της οικογενείας) από το Velazquez (φωτό), το οποίο ενέπνευσε τον περασμένο αιώνα τους γνωστούς πίνακες με τους Πάπες του Francis Bacon.

Aν η συλλογή Doria Pamphilj, όμως, δεν είναι αντάξια του μεγαλείου της πόλης, οι πρόσφατες εξελίξεις στα προσωπικά των μελών της ομώνυμης αριστοκρατικής οικογένειας στέκονται στο ύψος των κορυφαίων στιγμών του ιταλικού μελοδράματος.

Η προηγούμενη πριγκήπισσα, Οrietta Doria Pamhilj, και ο βρετανός αξιωματικός σύζυγός της δεν είχαν δικά τους παιδιά. Πριν από 50 χρόνια υιοθέτησαν ένα αγόρι και ένα κορίτσι από ένα ορφανοτροφείο στην Αγγλία. Το κορίτσι, η Gesine, έχει παντρευτεί και μένει στην εξοχική κατοικία της οικογένειας. Ο αδελφός της, όμως, ο Jonathan, ο οποίος και κατοικεί στο παλάτι που στεγάζει την πινακοθήκη στο κέντρο της Ρώμης, είναι ένας από τους επιφανείς ακτιβιστές ομοφυλόφιλους της Ιταλίας. Μαζί με το Βραζιλιάνο σύντροφό του, Elson, πρόσφατα αποφάσισαν να αποκτήσουν δύο παιδιά, με τη μέθοδο της τεχνητής γονιμοποίησης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η δότρια του ωαρίου και η ανάδοχος μητέρα ήταν διαφορετικές. (Το σπέρμα ήταν του Jonathan). Το μπάχαλο προκύπτει επειδή ο Ιταλικός νόμος δεν δέχεται ούτε το σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλοφίλων, ούτε τους θεσμούς του δωρητή σπέρματος και της ανάδοχης μητέρας. Η Genise έχει προσφύγει στα δικαστήρια για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μια από τις μεγαλύτερες και ιστορικότερες περιουσίες της Ευρώπης να καταλήξει στα χέρια των δύο γυναικών (η μία από την Ουκρανία και η άλλη από το Κάνσας) που έφεραν στον κόσμο τα παιδιά.

Όπως λέει και ο Woody Allen: «Η ζωή δεν μιμείται την τέχνη. Η ζωή μιμείται την κακή τηλεόραση της πρωινής ζώνης».

Καλιαρντά. Το αθλητικό κέντρο του Foro Olimpico είναι ένα από χαρακτηριστικά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής του φασιστικού κράτους του Μεσοπολέμου. Γύρω από το Στάδιο της Ρόμα και της Λάτσιο, από την πισίνα, που φιλοξένησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το φετινό καλοκαίρι, και από τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις μπορεί να δει κανείς μια σειρά από νεοκλασσικά κιτς μνημεία από την εποχή του Μουσολίνι. Το ότι οι Ιταλοί τα έχουν διατηρήσει ανέπαφα είναι ενδεικτικό του ότι στη συνείδηση του κόσμου το καθεστώς αυτό έχει περάσει ως καλαμπούρι. Δεν μπορώ να φανταστώ, ας πούμε, άντίστοιχα απομεινάρια του Γ’ Ράιχ – με εθνικιστικά και ξενοφοβικά συνθήματα και σύμβολα - έξω από ένα γήπεδο ποδοσφαίρου στη Γερμανία.

Ανάμεσα στα άλλα μαρμάρινα εκθέματα ξεχωρίζει και η Αρένα των Δισκοβόλων, ένα μικρό στάδιο, όπου περιμετρικά είναι τοποθετημένα γιγαντιαία αγάλματα γυμνών παιδαράδων αθλητών. Αυτό το χώρο χρησιμοποιούν σήμερα οι Ρωμαίοι (ή μήπως Ρωμαίες;) τραβεστί για την περαντζάδα τους τα βράδια. Ανάλογα με το γούστο σας δείτε το ως μια δημιουργική σύνθεση παράδοσης και σύγχρονων αναγκών ή ως το πιο στιλάτο ψωνιστήρι στην Ευρώπη. Εμένα, πάντως, μου κάνει πολύ καβαφικό.

Τελειώνω με δύο γρήγορα για τους φίλους του Trivial Pursuit:

- Οι κατακόμβες υπήρξαν αποκλειστικά χώρος ταφής και λατρείας. Ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν ως κρησφύγετο, ούτε από τους πρώτους Χριστιανούς, ούτε από τους Εβραίους στον Β’ Παγκόσμιο. Οι συνθήκες (έλλειψη αέρα, υγρασία) καθιστούν την επιβίωση εκεί αδύνατη.

- Ο καθεδρικός ναός της Ρώμης και η έδρα του Πάπα δεν είναι ο Άγιος Πέτρος στο Βατικανό. Είναι η Βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Λατεράνο.

Ciao

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Η Ανατομία μιας Ψύχωσης



Σε λιγότερο από 72 ώρες, την Κυριακή το πρωί, ο Κολοσσός θα σταθεί έξω από το Παναθηναϊκό Στάδιο για τον ετήσιο δρόμο 10 χιλιομέτρων. Η εκκίνηση θα δοθεί γύρω στις 9.30. Η διαδρομή χοντρικά είναι μέχρι το Πεντάγωνο και πίσω. Ο νικητής θα τη διανύσει σε λίγο πάνω από μισή ώρα. Αν όλα πάνε καλά αισιοδοξώ για ένα χρόνο γύρω στα 46 λεπτά που έκανα πέρσι. Κάπου ανάμεσα στο παγκόσμιο ρεκόρ για 80άρηδες άντρες και αυτό για 70άρες γυναίκες δηλαδή.

Χωρίς να θέλω να δραματοποιώ τα πράγματα, και αναγνωρίζοντας τη ροπή που έχω προς την υπερβολή, φοβάμαι πως αυτά τα τρία τέταρτα και κάτι θα είναι, για μια ακόμη φορά, τα χειρότερα όλης της χρονιάς. Μπορεί να φταίει το ανάγλυφο του εδάφους, έντονα ανηφορικό στο πρώτο μισό. Ή ο σωματότυπός μου, που παραπέμπει στο ρίπτη που υπήρξα στα νειάτα μου, παρά σε δρομέα αντοχής. Ή, ακόμα, αυτή η ανώριμη ανταγωνιστικότητα που πάντα με κάνει να τρέχω πολύ πιο γρήγορα από ό,τι πρέπει. Πάντως από το δεύτερο-τρίτο λεπτό και μετά ο αγώνας είναι ένα μαρτύριο, με το γαλακτικό οξύ να κάνει τα πόδια ασήκωτα, τον αέρα να καίει στα πνευμόνια και την καρδιά να δουλεύει κοντά στο μάξιμουμ. Αμέσως μετά τον τερματισμό, και ενώ οι καλοί τρόποι αντιμάχονται την φυσική τάση να αδειάσει κανείς το περιεχόμενο του στομαχιού του στη μέση του στίβου του Καλλιμάρμαρου, δίνεται και ο όρκος πως αυτή ήταν η τελευταία φορά˙ όρκος ο οποίος, νομοτελειακά, θα καταπατηθεί του χρόνου το Νοέμβριο.

Έχω υπολογίσει πως κατά μέσο όρο γυμνάζομαι πάνω από 300 ημέρες το χρόνο. Τις περισσότερες βδομάδες προσπαθώ να μην κάνω τίποτε την Κυριακή, αλλά στην πράξη όλο και κανά αυθόρμητο τζόγκινγκ ή κανά μπανάκι στη θάλασσα θα προκύψει. Επειδή είμαι άνθρωπος που βαριέται εύκολα, προσπαθώ να δώσω όσο μεγαλύτερη ποικιλία μπορώ στην άσκηση μου και κατά καιρούς έχω δοκιμάσει τα πάντα από σφύρα και ουώτερ πόλο μέχρι korfball και Eton Fives.

Πιστέψτε με, το ερώτημα γιατί να θέλει κανείς να υποβάλει τον εαυτό του σε αυτές τις δοκιμασίες με έχει απασχολήσει πολλές φορές. Εξετάζω, με τη σειρά, ορισμένες πιθανές απαντήσεις:

1. Λεφτά. Ξεχάστε το. Μια και αναφέραμε το οικονομικό, όμως, να τονίσω πως ενώ το ελληνικό σάιτ του αγώνα της Κυριακής δίνει τρία εναλλακτικά πακέτα συμμετοχής 20,35 και 75 ευρώ, η αγγλόφωνη έκδοση έχει μόνο το ακριβό πακέτο. Ξηλωθείτε όσοι δεν ξέρετε ρωμαίικα. Κουτόφραγκοι, ε, κουτόφραγκοι!

2. Υγεία/Εμφάνιση/Κατακτήσεις στις γυναίκες. Βάζω αυτά τα τρία μαζί γιατί πριν από δύο μήνες έγραψα ένα ποστ για την αρνητική σχέση μεταξύ γυμναστικής και απώλειας βάρους. Συνοψίζω ξανά: για όποιον θέλει να είναι αδύνατος, να ζήσει πολύ ή να βγάλει γκόμενες υπάρχουν ευκολότερες και ασφαλέστερες μέθοδοι από το να χτυπιέται στα πάρκα και στα γυμναστήρια. Εγώ, πάντως, όσες φορές έχω τρέξει σε αγώνες, δεν έχω προσέξει τίποτε μοντέλες ή μοντέλους να περιμένουν τους συναθλητές μου στον τερματισμό.

3. Eυχαρίστηση. Πολύ θα ήθελα να πω «το κάνω γιατί το γουστάρω», όπως, ας πούμε, λένε οι αμετανόητοι καπνιστές. Και είναι αλήθεια πως μερικές φορές η γυμναστική μπορεί να είναι απόλαυση (πχ τρέξιμο δίπλα στην παραλία με το ηλιοβασίλεμα, μπασκετάκια με φίλους από το σχολείο). Από την άλλη δεν βλέπω γιατί αν βρεθείς σε μια παραλία το ηλιοβασίλεμα (με ή χωρίς φίλους) δεν μπορείς να περάσεις ωραία απλά ρεμβάζοντας ή πίνοντας μπίρες και πρέπει ντε και καλά να γεμίσεις τα Αsics σου με άμμους. Για κάθε ευχάριστη προπόνηση μπορώ να αναφέρω άλλες δέκα περιπτώσεις που βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που σηκώθηκες από το κρεβάτι για να τρέξεις στη βροχή, να σηκώσεις βάρη, να κολυμπήσεις κοκ

4. Ικανοποίηση. «Παραδέξου το Κολοσσέ, όταν τελειώνει ο αγώνας και παίρνεις το δίπλωμα συμμετοχής νοιώθεις ικανοποίηση για αυτό που πέτυχες». Η καθαρά εμπειρική παρατήρησή μου είναι ότι όταν στη ζωή κατακτάς κάτι με κόπο το συναίσθημα που κυριαρχεί, όταν επιτέλους φτάνεις στο στόχο σου, είναι η απογοήτευση και το «αυτό ήταν όλο;» παρά η περηφάνια. Ίσως το παράδειγμα του Κωνσταντίνου Νιάρχου, που αυτοκτόνησε λίγες μέρες αφού ανέβηκε το Έβερεστ, να είναι υπερβολικό. Πάντως, το κλειδί της ανθρώπινης ευτυχίας σίγουρα δεν βρίσκεται στη συσσώρευση τέτοιων μεμονομένων κατορθωμάτων.

5. Χαρακτήρας. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα από τις μικρές ηλικίες προσπαθεί να περάσει το μήνυμα ότι η σωματική άσκηση φτιάχνει χαρακτήρα, με ιστορίες όπως αυτή με το Σπαρτιατόπουλο που προτίμησε να του φάει η αλεπού τον πισινό από το να παραδεχτεί ότι πονούσε. Και με τον όρο χαρακτήρα εδώ εννοούμε - λίγο άκομψα θα το διατυπώσω - την ικανότητα να ανταπεξέλθει κανείς στις δυσκολίες της ζωής. Το έχω ξαναπεί: με φοβίζουν τα αυθαίρετα συμπεράσματα. Επειδή δηλαδή είναι ο άλλος καλός στο βόλλεϋ, στο καράτε ή στο χόκεϋ επί πάγου σημαίνει απαραίτητα ότι θα τα βγάλει πέρα με επιτυχία στην επόμενη αναποδιά (ασθένεια, χαμός προσφιλούς προσώπου, χωρισμός, επαγγελματικά προβλήματα); Ο αγαπήμένος ποιητής του μπλογκ, Γιώργος Σεφέρης, έγραφε ότι «βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες». To πρόβλημα είναι, όπως λένε, υπαρξιακό και θα εκπλαγώ πάρα πολύ αν η λύση του είναι να αποκτήσει κανείς φουσκωμένους δικεφάλους ή γραμμωμένους κοιλιακούς.

6. Εθισμός. Το πρώτο και μεγαλύτερο βήμα στην καταπολέμηση του εθισμού είναι η αποδοχή. Επομένως ευθαρσώς και ανερυθρίαστα φωνάζω: «Με λένε Κολοσσό και είμαι exercise-aholic». Δεν είναι ανάγκη να δώσουμε ιδιαίτερη βάση στις επιστημονικές μελέτες που δείχνουν ότι η στέρηση άσκησης στα πειραματόζωα παράγει οργανικά συμπτώματα, αντίστοιχα με αυτά της στέρησης από την ηρωίνη. (Το πρόβλημα με όλες αυτές τις μελέτες είναι ότι αν κοιτάξει κανείς τον εγκέφαλο με όργανα αρκετά μεγάλης ακρίβειας θα βρει βιοχημικές αλλιώσεις που να συνδέονται με οποιαδήποτε νοητική λειτουργία. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως ανακαλύψαμε τη νευροφυσιολογική δομή του μίσους, του θρησκευτικού συναισθήματος ή του έρωτα). Αλλά μια δραστηριότητα η οποία δεν έχει άμεσα, ή τουλάχιστον μετρήσιμα, ευεργετικά αποτελέσματα και η οποία ασκεί έλξη σε επίπεδα καταναγκασμού σε αυτούς που ασχολούνται συστηματικά μαζί της σίγουρα αξίζει να μπει στην ίδια κατηγορία με τις πιο γνωστές εθιστικές ουσίες (τσιγάρο, αλκόολ, ναρκωτικά κλπ).

7. Μεταφυσική. Για να μην κλείσω αυτόν τον κατάλογο με την εντύπωση πως όλοι εμείς που γυμναζόμαστε δεν είμαστε τίποτε παραπάνω από τελειωμένα τζάνκια, θα κάνω την καθαρά προσωπική διαπίστωση πως οι ώρες που αθλούμαι είναι ώρες τρομερής έμπνευσης. Μπορεί να φταίει ότι δεν οξυγονώνεται καλά ο εγκέφαλος ή το ότι το μυαλό πρέπει να ξεχάσει τα προβλήματα της ημέρας και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο συκεκριμένο σπορ της στιγμής (όποιος σκέφτεται τη δουλειά, τη γυναίκα του ή το αυτοκίνητο ενώ παίζει μπάσκετ μάλλον θα καταλήξει να τρώει πολλές τάπες). Η άθληση είναι μια βουτιά στο υποσυνείδητο από την οποία κανείς δεν ξέρει ποτέ τι καλούδια – ή τέρατα - θα βγάλει.

Τελειώνω με την εξής αυτοψυχαναλυτική σκέψη. Έγραφα τις προάλλες πως δεν εμπιστεύομαι όσους δεν καταναλώνουν οινοπνευματώδη. Δεν πίνεις; Δεν είσαι φίλος μου, ακόμα και αν μου φέρεις χαρτί γιατρού που να δείχνει ότι δεν έχεις το ένζυμο που διασπά την αιθυλική αλκόολη. Υπάρχει μια σειρά από άλλες κακές συνήθειες που, αν και τις βρίσκω ενοχλητικές, τις ανέχομαι. Προτιμώ, ας πούμε, οι φίλοι μου να μην καπνίζουν, να πίνουν κόκα κόλα λάιτ και να είναι Παναθηναϊκοί, αλλά έχω μάθει να συνυπάρχω και με γαύρους, πεπσιμαξάκηδες και καπνιστές. Το εντυπωσιακό με τη γυμναστική είναι ότι, παρά το σημαντικό ρόλο που παίζει στη ζωή μου, ουδέποτε αποτέλεσε κριτήριο επιλογής φίλων. Το ερώτημα είναι πως μπορείς να επιβάλεις κάτι σε τέτοιο μεγάλο βαθμό στον εαυτό σου, χωρίς να σε ενοχλεί η απουσία του από τους άλλους; Μπορείς να είσαι πραγματικός πιστός χωρίς να θέλεις να προσηλυτίσεις; Αν υπάρχει απάντηση, ελπίζω να τη βρω την Κυριακή το πρωί. Όχι στην εκκλησία, αλλά εκεί μετά την κατηφόρα του Ερρίκος Ντυνάν, στην αφιλόξενη άσφαλτο της Λεωφόρου Μεσογείων.